Από τότε ως τώρα…

Δεν υπάρχει μια Ελλάδα σήμερα

(όπως και χθες και προχθές) αλλά δέκα εκατομμύρια περίπου.

Δηλαδή όσοι είναι οι Έλληνες. Ο κάθε Έλληνας είναι μια διαφορετική Ελλάδα.

Έτσι κι εγώ, σαν μια ιδιαίτερη Ελλάδα, υπήρξα εξ απαλών ονύχων η Ελλάδα

που ταυτίστηκε με τον μαγικό σπάγκο.

Και ταυτίστηκα μαζί του για πάντα! [………]

Πριν από ογδόντα χρόνια, δηλαδή όταν ήμουν δέκα ετών,

ο πατέρας μου, δημόσιος υπάλληλος, μετατέθηκε από τα Γιάννενα στο Αργοστόλι.

Οι Κεφαλλονίτες τότε, σε σχέση με τους Ηπειρώτες, έπιαναν πουλιά στον αέρα.

Δηλαδή ήταν οι πανέξυπνοι Έλληνες, όπως είναι όλοι οι Έλληνες σήμερα.

Σε αντίθεση με τους Ηπειρώτες, που ήταν αφελείς,

και που, όπως φαίνεται, με επηρέασαν τόσο πολύ,

ώστε να γίνω κι εγώ αφελής και να παραμείνω ως σήμερα αφελής

-παρ’ όλες μου τις προσπάθειες να πιάνω πουλιά στον αέρα,

όπως τελικά το πέτυχε το 99% των συμπατριωτών μου.

Φαίνεται πως εκείνος ο μαγικός σπάγκος

με διαμόρφωσε τελεσίδικα μιά για πάντα. [………]

Ποιός όμως είναι αυτός ο μαγικός σπάγκος; [………]

Κάποιο απόγευμα που κατέβηκα στην προκυμαία με το αεροπλανάκι μου,

αποφάσισα να σταματήσω δίπλα τους, ενώ εκείνα φώναζαν:

“Είναι πολύ μεγάλο! Δέκα οκάδες! Προσέξτε!”

Εγώ, βαρύς Ηπειρώτης όπως ήμουνα, ρώτησα:

“Μα πώς πιάνετε τόσο μεγάλα ψάρια;”

Τότε ένα παιδί μου δείχνει μου δείχνει ένα κουβάρι σπάγκο και μου λέει:

“Αυτός ο σπάγκος είναι μαγικός. Αυτός τα πιάνει!”

“Μου τον δίνεις;” του λέω.

“Κι εσύ τί θα μου δώσεις;”

“Ό,τι θέλεις”

“Θέλω το αεροπλάνο σου”

Του δίνω λοιπόν το αεροπλανάκι μου

και παίρνω χαρούμενος τον μαγικό σπάγκο,

με τον οποίο θα έπιανα πολύ μεγάλα ψάρια.

Όταν γύρισα στο σπίτι η μαμά μου με ρώτησε: “Πού είναι το αεροπλάνο σου;”.

Τότε εγώ, περήφανος, της δείχνω το κουβάρι μου και της λέω:

“Το έδωσα και πήρα αυτόν τον μαγικό σπάγκο!”

Η μαμά μου έμεινε άφωνη κι αργότερα ο πατέρας μου,

όταν πληροφορήθηκε την ιστορία του σπάγκου

και όλοι οι συγγενείς και φίλοι…

Από τότε ως τώρα!

Μονάχα εγώ παρέμεινα μέχρι σήμερα αμετανόητος και περήφανος,

χωρίς να έχω αντιληφθεί ακόμα τη γενική θυμηδία

που προκαλεί στους γύρω μου η ταύτιση με τον μαγικό σπάγκο…

Μίκης Θεοδωράκης/Διάλογοι στο λυκόφως/ Εκδόσεις ΙΑΝΟΣ/Αθήνα, XI. 2015

_____________________________________________

Λένε πως το νήμα που στη μια άκρη του κρατάει δεμένη την πραγματικότητα και στην άλλη τη φαντασία, είναι ο μύθος.

Λένε ακόμα πως οι μύθοι ακολουθούν τον δρόμο τους χωρίς να μας ρωτήσουν, και λέγονται, ξαναλέγονται, και καθώς μεγαλώνουν αλλάζουν, ωριμάζουν, αυτοαναιρούνται, ανατρέπονται.

Λένε πως κάθε μύθος μπορεί να γίνει ο δικός μας μαγικός σπάγγος, που τον τυλίγουμε και τον ξανατυλίγουμε καταπώς θέλουμε ή μπορούμε.

Ό,τι κι αν λένε, μάλλον όλοι μας σ’ αυτήν την παράξενη χώρα πορευόμαστε με έναν μαγικό σπάγκο εμφανή ή κλεισμένο ερμητικά σε μια γωνιά του μυαλού, ανάγκη της καρδιάς, αποκύημα κάποιας εμμονής, ή ακόμα -και γιατί όχι;- δημιούργημα μιας ακόρεστης φαντασίας.

Έτσι γεννιόμαστε. Έτσι μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε… έτσι μεγαλώνουμε τα παιδιά μας.

Αλαφροΐσκιωτοι; Ίσως… αλλά έτσι κι αλλιώς έχουμε μάθει να ζούμε με σκιές, ακόμα κι αν τις διαλύει ο ήλιος.

Γιατί όχι; Έτσι κι αλλιώς έχουμε ευλογηθεί να ζούμε σε μια χώρα που επιτρέπει τους μύθους, τους γεννημένους σ’ έναν χρόνο διαμπερή κι ακαθόριστο, που η φύση των πραγμάτων διαλύεται κι η φύση των πραγμάτων ξαναγεννιέται…

Photo by Jerry Norman Uelsmann

©T’ ∃⊥ A T∃XT