Γίγαντες στον Παράδεισο

Άραγε θα είναι εκεί;

Άραγε θα είναι όλοι εκεί;

Με όρθιες ουρές θα έρθουν

να τριφτούνε στα πόδια μου;

Θα χουρχουρίσουν στα γόνατά μου;

Αυτοί, που μου λείπουν κάθε μέρα,

θα είναι εκεί; Αν ο Θεός είναι αν είναι Πανάγαθος,

θα φτιάχνει για τον καθένα

τον δικό του Παράδεισο.

Νίκος Δήμου /Μετά/

Εμφανίστηκε στα μέσα μιας όμορφη Άνοιξης, χωμένος μέσα σ’ ένα παρτέρι με αγριόχορτα, ακούνητος και ατάραχος, με δυο ζωηρά, τεράστια πράσινα μάτια και την πλούσια γκρίζα γούνα του να γυαλίζει στον ήλιο. Ένας αγαθός γίγαντας τεραστίου μεγέθους, επιβλητικός, εντυπωσιακός, με αυτοπεποίθηση, τόλμη, και πλήρη άγνοια κινδύνου, γυάλιζε σαν ακριβή, γαλβανιζέ πορσελάνη στο τρυφερό χώμα, μαγεμένος από εικόνες πρωτόγνωρες κι υποσχόμενες…

Μαγεμένος, αδαής, και μόνος….

Ήξερα από τέτοιες αιφνίδιες εμφανίσεις αγαθών γιγάντων στους άγριους δρόμους της πόλης… Μεγαλωμένοι σε απαλές πολυθρόνες, ζεστές κουβερτούλες, κουδουνιστά παιχνίδια και άπειρες μικρές μπαλίτσες χωμένες σε κρυψώνες να βρίσκουν, να κυνηγούν και να τονώνουν -λέει-  τα βασικά τους ένστικτα. Κάποτε γυρίζει η σελίδα, κλείνουν τα παντζούρια και σφραγίζεται με αλυσίδα η αυλόπορτα… Η ηλικιωμένη ιδιοκτήτριά τους καθηλώνεται στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, κλείνεται σ’ ένα γηροκομείο, την παίρνουν στο σπίτι τους οι επίδοξοι κληρονόμοι της, πεθαίνει….

Κι ο γάτος;;;…

‘Το γατί θα βρει το δρόμο του’ λένε σε τέτοιες περιπτώσεις οι άνθρωποι, και επιλέγουν συνήθως έναν τυχαίο προορισμό για το ορφανό πλάσμα, κάπου μακριά, πολύ μακριά, να μην μπορεί να βρει ξανά τον δρόμο για το σπίτι, να χώνεται όλο και πιο πολύ στα άδυτα ενός κόσμου πολυπρόσωπου, μπερδεμένου, δαιδαλώδους και αδηφάγου…

(Τα πλάσματα που καταδικάσατε σε εξορία δεν βρίσκουν ποτέ τον δρόμο τους, κύριοι! Απλώς μένουν ακινητοποιημένα κι έρημα στο πεζοδρόμιο που εσείς επιλέξατε και μετατρέπονται σε θλιβεροί ζητιάνοι μιας ζωής απ’ την αρχή… Συγχαρητήρια για τα ‘ανθρωπιστικά’ σας αισθήματα λοιπόν, και μ’ αυτήν τη σύντομη παρένθεση κλείνει κι η ενασχόλησή μου μαζί σας)

Πάντως ο όμορφος γίγαντας συνέχισε να στέκεται εκεί, στο παρτέρι. Έβλεπε τους άλλους γάτους να πηγαίνουν και να ‘ρχονται, να μαλώνουν για το φαγητό, για μια γόνιμη θηλυκιά, για την τελευταία γουλιά νερό. Τριγυρνούσαν γύρω του με επιφύλαξη, κάθονταν ώρες μακριά του και τον παρατηρούσαν, τον δοκίμαζαν, τον προκαλούσαν… ξεροστάλιαζε ο δύστυχος σε ‘κείνη τη μικρή γωνιά με την Ιώβεια υπομονή, που μόνο μια γάτα μπορεί να επιδείξει, κι αρκούνταν σε μια μπουκιά που περίσσεψε, σε μια στάλα νερό, πριν προλάβει κι αυτή να στεγνώσει… Περίμενε. Οι κοινωνίες των γάτων είναι αυστηρά ιεραρχημένες και περίπλοκες. Δεν το ήξερε βέβαια ακόμα αλλά το ισχυρό γατίσιο του ένστικτο δεν του επέτρεπε να βιαστεί. Περίμενε.

Μαζί του περίμενα κι εγώ…

Μια μέρα τον βρήκα βαριά τραυματισμένο στο μπροστινό ποδαράκι, να κλαίει ζητώντας βοήθεια. Με άφησε να τον πλησιάσω, να τον χαϊδέψω, να τον πάρω στην αγκαλιά μου. Με άφησε να αγγίξω το πόδι του, να του το δέσω, να τον μεταφέρω σε μια ασφαλέστερη γωνιά, και γύρω μας τα υπόλοιπα γατάκια να αποδέχονται την πραγματικότητα, αναλύοντας τα γεγονότα, βγάζοντας συμπεράσματα, συμπεραίνοντας: ‘Είναι ένας από μας. Φαίνεται ακίνδυνος. Μπορεί να μείνει!’

Μετά την ετυμηγορία, το καινούργιο μέλος εντάχθηκε στην τοπική γατοκοινωνία επισήμως, καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ενσωματώθηκε σχεδόν ακαριαία, και βαφτίστηκε με τη σύμφωνη γνώμη της γατοπαρέας: Κεφάλας!

Στα χρόνια που ήρθαν ο Κεφάλας αποδείχτηκε ο ηγέτης που έβαλε την κοινότητα σε τάξη. Σερβιριζόταν πάντα πρώτος, έδιωχνε τα ξένα αρσενικά, σκότωνε με μαεστρία περιστέρια και τα κερνούσε γαλαντόμικα στα μικρά που πάσχιζαν να απογαλακτίσουν οι μητέρες τους, περιέφερε τον τεράστιο όγκο του σαν τείχος σε ξένες απειλές. Ακοίμητος σκοπός σε ένα ολόκληρο τετράγωνο, στέρευε τα περιθώρια για τσακωμούς διεκδικήσεων.

Για αρκετά χρόνια υπήρχε μακάρια ειρήνη.

Ύστερα ο Κεφάλας αρρώστησε. Συρρικνώθηκε πρώτα η κοιλιά του, ύστερα θάμπωσε το πλούσιο τρίχωμα, αραίωσε, κάτσιασε. Τα μάτια του θάμπωναν όλο και περισσότερο, τα ποδαράκια του έτρεμαν, τα αυτιά του χαμήλωσαν. Δοκίμασα χάπια στο φαγητό του, ειδικές τροφές, βιταμίνες, έβαλα στο πρόγραμμα απανωτές αποπαρασιτώσεις. Τίποτα. Συνέχιζε να τρώει αφειδώς με την λαιμαργία του μωρού, που δεν ξέρει πού να σταματήσει, έκλεβε τις μπουκιές των άλλων, άρπαζε σαν ζογκλέρ την τροφή από το ίδιο τους το στόμα, έτρεχε σαν τρελός να προλάβει να αδράξει και το τελευταίο ψίχουλο, θύελλα, μια καταιγίδα ενέργειας, που προκαλούσε ταραχή, πανικό, αναστάτωση.

Για μήνες ολόκληρους το καθιερωμένο γατόδειπνο κατέληγε με τα υπόλοιπα γατάκια μισοταϊσμένα και την κοιλιά του Κεφάλα έτοιμη να εκραγεί.

Κι όμως… η επόμενη μέρα ξημέρωνε με την ενσταντανέ εικόνα του αποστεωμένου πια γίγαντά μου, να με περιμένει έξω από την πόρτα…

Το τελευταίο βράδυ της ζωής του τον βρήκα ήρεμο στο κατώφλι μου. Έβγαλα τις λιχουδιές, γέμισα τα πιατάκια, άλλαξα τα μπολ του νερού, έκανα τις ίδιες κινήσεις που σηματοδοτούσαν την ιερή στιγμή του δείπνου. Ο Κεφάλας παρακολουθούσε ατάραχος. Άρχισα το σερβίρισμα. Ο Κεφάλας παρακολουθούσε ατάραχος. Τα γατάκια μασούσαν μακάρια τις νόστιμες μπουκιές τους, γλείφονταν, καθάριζαν τα μουστάκια τους, κυνηγούσαν τα βήματά μου, μπλέκονταν στα πόδια μου… Ο Κεφάλας παρακολουθούσε ατάραχος….

Είχα καταλάβει πως ήξερε το τέλος που πλησίαζε, πως το είχε αποδεχτεί με τη γενναιότητα του Ζώου, που σέβεται τον κύκλο της Ζωής, ότι, όση ώρα διαρκούσε το τάισμα, εκείνος αποχαιρετούσε τους φίλους του έναν έναν, γέμιζε εικόνες, στιγμές και θύμισες για το ταξίδι, φόρτωνε τις αποσκευές του στη μεγάλη του καρδιά, για τον τελευταίο του σάλτο στη θέρμη του Παραδείσου…

Περίμενα να μείνουμε μόνοι, κάθισα δίπλα του. Τον χάιδεψα τρυφερά στο μεγάλο του κεφάλι, στον ζαρωμένο του πια λαιμό, στην κατσιασμένη του πλάτη, στη φουσκωμένη του κοιλίτσα. Του ζήτησα συγνώμη που δεν μπόρεσα να κάνω το καλύτερο που άξιζε, του είπα ‘ευχαριστώ για όσα μου αφήνεις’…

Μου απάντησε τρίβοντας το μάγουλό του πάνω μου, μια, δυο, τρεις φορές…. Κι ύστερα ορθώθηκε κι άρχισε να περπατά αργά, κουρασμένα μα αποφασισμένα, αυτός, ο αγαθός μου γίγαντας σαν ακριβή γαλβανιζέ πορσελάνη…. μαγεμένος, λες, από εικόνες πρωτόγνωρες κι υποσχόμενες….

Μαγεμένος, περήφανος και μόνος…

Photo by Amos Robert Mapplethore

©T’ ∃⊥  A  T∃XT