Κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας

Περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο ο Φόβος Δίχως να το αισθάνεται κανείς Σαν το ρίγισμα της φυλλωσιάς Που αγγίζει φύλλο το φύλλο

Περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο ο Φόβος

Δίχως να το αισθάνεται κανείς

Σαν το ρίγισμα της φυλλωσιάς

Που αγγίζει φύλλο το φύλλο

Ώσπου σύσσωμο το δέντρο τρέμει ξαφνικά

Δίχως ούτε ένα φύσημα ελαφρό,

χωρίς ούτε ένα ίχνος κάποιου ανέμου.

Charles Simic / Fear

Ξέρω μια κυρία με πορτοκαλί μαλλιά. Ο χρόνος την έχει αγγίξει εδώ και καιρό, και το γήρας της μιλά κάθε πρωί από έναν καθρέφτη στο μπάνιο, αλλά είμαι βέβαιη πως δε θέλει να καταλάβει ούτε λέξη απ’ όσα της λέει. Αυτή εξακολουθεί να λατρεύει το πορτοκαλί χρώμα του ήλιου, κι ο ήλιος λατρεύει να αποκαλύπτει τις ρυτίδες και τη ζοφερή ακαμψία του προσώπου της. Κι είναι αυτή μια άτυπη συνδιαλλαγή χωρίς απόδειξη, να συνεχίζουν αγνοώντας ο ένας τον άλλον, σαν θλιβερή συνθηκολόγηση άνευ όρων ή -ακόμα χειρότερα- σαν χέρι που σκούπισε βιαστικά την άχνα από εκείνο το -πόσα χρόνια πέρασαν αλήθεια;- τελευταίο ερωτικό φιλί.

Η κυρία με τα πορτοκαλί μαλλιά κοιμάται κάθε βράδυ κατασκευάζοντας με τη φαντασία της μια ουτοπική πραγματικότητα και ξυπνά κάθε πρωί με την ψευδαίσθηση πως μπορεί να τη ζήσει. Ότι διαμένει μόνιμα στον κήπο της Εδέμ, ας πούμε, με πυκνό γρασίδι, που δεν κατσιάζει, όσο κι αν το πατάς, λουλούδια ανθισμένα ες αεί, εξωτικά δέντρα με λωτούς, φουντωμένους θάμνους που δε χρειάζονται ποτέ κούρεμα, και πορτοκαλιές που δεν ξερνάνε τα παραγινωμένα πορτοκάλια στο δρόμο, αλλά στην βασιλική της ποδιά.

Η κυρία με τα πορτοκαλί μαλλιά αποστρέφεται τον αέρα που μαδάει τα φύλλα, τον Αύγουστο που ρουφάει τη δροσιά του χώματος, τη νεροποντή που λασπώνει τα λευκά πλακόστρωτα περάσματα, τις αδέσποτες γάτες, που βρίσκουν άφθονο φρέσκο χώμα για την ανάγκη τους. Σιχαίνεται τα έντομα που σβουρίζουν αλλοπρόσαλλα, το τρελό ζουζούνισμα των μελισσών, τα λιγνά σκουληκάκια του χώματος. Δύσκολες μέρες περνάει η κυρία με τα πορτοκαλί μαλλιά, όλη μέρα καθαρίζοντας τον κήπο της Εδέμ! Απίστευτο μόχθο καταβάλλει καθημερινά, για να μετατρέψει τον μικρό της παράδεισο σε πίνακα ζωγραφικής κάποιου νατουραλιστή ζωγράφου, έτσι… έκθεμα βουβό, ακίνητο, αλώβητο κι ασφαλές σε κάποιο μουσείο.

Τι κι αν είχε άπειρες ευκαιρίες να δει και ν’ απολαύσει τη ροή της Ζωής! Τι κι αν είχε άπειρο χρόνο να αναλογιστεί τον ζόφο του Θανάτου, και να τον αποδεχθεί με ψυχραιμία, σοφία και επίγνωση… Το τέλος του χρόνου αφήνει ήδη ίχνη όχι μόνο στην πλακόστρωτη καλογυαλισμένη της αυλή αλλά και στο πρόσωπο, το σώμα, το μυαλό της… Κι έτσι όπως εκείνη δεν προλαβαίνει -ή απλώς αρνείται- να σεβαστεί τη μεγαλοπρεπή του εισβολή, αφήνει την ψυχή της ανοχύρωτη, ναρκωμένη, απροετοίμαστη.

Τέτοιες πλακόστρωτες ψυχές χρειάζεται ο Φόβος… Να περπατήσει πάνω τους, να τρέξει, να συρθεί, και να χωθεί στο τέλος μέσα στο σπίτι περνώντας κάτω απ’ τη χαραμάδα της πόρτας…

Photo by Amanda Tinker

©T’ ∃⊥  A  T∃XT