Με καφέ ελληνικό

Είμαστε όλοι μας πατριώτες. Αναντίρρητα. Είναι άλλωστε τόσο εύκολο να είναι κανείς πατριώτης, που θα ήταν μεγάλο σφάλμα να μην το δήλωνε με κάθε ευκαιρία. Μαζικής κατανάλωσης λέξη, ευρείας κλίμακας στάση –απαιτεί μόνο μια στοιχειώδη γνώση του τι θα καταστεί γρήγορα και άκοπα αναλώσιμο.

Υλικά για κατασκευή:

Μια όμορφη γαλανόλευκη για το μπαλκόνι σε κάθε εθνική επέτειο –πλήν της 17 Νοέμβρη βέβαια. Κλείνει η παρένθεση με το κενό να αιωρείται.

Απαραιτήτως κομμωτήριο.

Συνολάκια στη ντουλάπα, να περιλαμβάνουν απαραιτήτως κάτι σε λευκό, κάτι σε γαλάζιο ή έντονο μπλε. Το γαλανόλευκο ριγέ, όχι ρε κορίτσια, είναι πολύ θεατρικό, okey, πάμε σε παρέλαση αλλά δεν παρελαύνουμε εμείς.

Μικρά τριγωνικά σημαιάκια. Στοιχίζουν ελάχιστα, δηλώνουν άκρατο πατριωτισμό, κι έχουμε και κάτι να κουνάμε, για να δείξουμε ενεργή συμμετοχή. Μετά βέβαια, τα πετάς στο πεζοδρόμιο, να τα μαζέψει το συνεργείο του Δήμου την επομένη.

Οπωσδήποτε κάμερα για τις αναρτήσεις στο  Facebook.

Κανένα σνακ για μασούλισμα, όσο στεκόμαστε στοιβαγμένοι και όρθιοι –οι τσαλακωμένες συσκευασίες πάλι στο πεζοδρόμιο, δίπλα στα σημαιάκια. Τι τους έχουμε τους δήμους, μόνο για τη δόξα;

Κοψίδια ή μπακαλιάρο σκορδαλιά για το μεσημέρι.

Τη γνωστή ατάκα δέκα-δεκαπέντε  μέρες μετά την παρέλαση: ‘Δε μου λες, θα ξεκρεμάσεις επιτέλους τη σημαία από το μπαλκόνι ή περιμένεις να την βρει έτοιμη η επόμενη επέτειος;’

Κι η έρμη η σημαία κρέμεται σαν ξεσκονόπανο από τα κάγκελα, λιγδιασμένη από τη σκόνη, ξεφτισμένη από τους ανέμους, ξεθωριασμένη από τον ήλιο, ξεχασμένη από τις πατριωτικές συνειδήσεις μιας χρήσης που την υποβάλαμε. Πανέρμη και μόνη, με μόνη συντροφιά τα περιστέρια που δεν την περιτριγυρίζουν ρομαντικά, σαν από την πένα του ποιητή, αλλά την βρωμίζουν με κουτσουλιές.

Είμαστε όλοι μας πατριώτες όμως. Δίπλα στον Μακρυγιάννη, που έμαθε πέντε κολυβογράμματα μέσα σε δυο μήνες, μόνο και μόνο για να γράψει τα απομημονεύματά του για μας. Να μας πει πως είμαστε στο εμείς και όχι στο εγώ, να μας αφυπνίσει για να μη ζήσουμε Μεσολόγγια και Ζάλογγα. Δίπλα στον Σολωμό, που δεν έτρωγε, όσο άκουγε τους κανονιοβολισμούς και τις κραυγές των πολιορκημένων.

Είμαστε εμείς δίπλα σε αγωνιστές που χάρισαν τα πλούτη και τα καράβια τους στον αγώνα, σε γυναίκες που δε λύγισαν ούτε όταν έθαβαν στη στεγνή γη τα βρέφη τους, σε κορίτσια που βιάζονταν ανελέητα από τους κατακτητές, σε πολεμιστές που έθαβαν τους συντρόφους τους κι ύστερα τους υμνούσαν με τραγούδια γύρω απ’ τη φωτιά.

Είμαστε εμείς πλάι στον κρεμασμένο Παπαφλέσσα, όταν νεκρός πια, δέχτηκε στο μέτωπο ένα φιλί από τον ίδιο τον Τούρκο που τον σκότωσε. Εμείς είμαστε! Αλλά μόνο σαν εικονικές παρουσίες ανάμεσα σε ένα φιλοθεάμον κοινό, που απολαμβάνει μια ταινία φρίκης τρώγοντας γαριδάκια.

Λυπάμαι, αλλά μου φαίνεται κάπως σαν μια μορφή κανιβαλισμού αυτή η οικειοποίηση του ξένου θανάτου, όταν τίποτα δεν κάνουμε, για να τον δικαιώσουμε. Μου μοιάζει ξεδιάντροπη η παρουσία μας σε μια φανταστική ρωμαϊκή αρένα, όπου παρακολουθούμε ψύχραιμα και με ασφάλεια τους μονομάχους να μάχονται λυσσαλέα, για να κερδίσουν τη ζωή τους ως την επόμενη μέρα, με την ίδια ψυχραιμία και ραθυμία που βλέπουμε τη διαδικασία αποχώρησης ενός υποψήφιου σε ένα reality.

Συνεχίζουμε πάντως να είμαστε εμείς και να πορευόμαστε σαν ‘εμείς’ με τα εκατομμύρια ‘εγώ’ μας διακριτικά ξέχωρα κι απομονωμένα, με τις ευτελείς επιδιώξεις μας ακόρεστες, με την ανάγκη μας για μια –έστω και πρόσκαιρη- δόξα επιτακτική.

Από αύριο λοιπόν, που οι παράτες της εθνικής επετείου θα ‘χουν τελειώσει και τα μεγάλα εθνικά μπλα μπλα θα ‘χουν σιγήσει, να πιούμε τον ελληνικό μας καφέ με περηφάνεια που δεν τον λέμε πια ‘τούρκικο’, και να κάνουμε το εθνικό μας γιουρούσι που ξέρουμε καλά. Ξέρεις τώρα… όλο και κάποια φοροδιαφυγή θα πρέπει να γίνει, όλο και κάποιος διορισμός από την πίσω πόρτα, όλο και κάποια κλίκα να μεγαλώσει στο παζάρι εξυπηρετήσεων, όλο και κάποιος πασάς να εδραιωθεί, όλο και κάποιο χαρέμι  να γεμίσει το κενό του αυτοχρισμένου Σουλτάνου, όλο και κάποιο οικονομικό αλισβερίσι να αποσιωποιηθεί, όλο και κάποιο ρουσφέτι να πιάσει τόπο, όλο και κάποιο κορόιδο γιουσουφάκι να μας πιστέψει…  Ε, ταμάμ πια! Με τόσα λεκτικά απομεινάρια της Τουρκιάς, πού να βρουν θέση οι λέξεις του Κάλβου;;;

Α, και πού ΄σαι… θα ξεκρεμάσεις επιτέλους τη σημαία από το μπαλκόνι ή περιμένεις να την βρει έτοιμη η επόμενη επέτειος;

Photo by Andre Kertesz

©T’ ∃⊥ A T∃XT