
Το παραμύθι δεν το βγάζεις περιθώριο
δεν το μαζεύεις σε λεξούλες βιαστικές
δεν του διαλέγεις διαδρομή μήτε και όριο
το παραμύθι, φίλε, τ’ αγκαλιάζεις ή το λές…
Σ’ ανέμους χάνεται, σε στίχους ξεστρατίζει
και σε αλάνες σεργιανάει σαν παιδί
παίζει αλήτικα, σε φτύνει και σε βρίζει.
Το παραμύθι, φίλε, σε διαβάζει
θες δε θες…
Σ’ ένα τσιγάρο που μαυρίζει τον αέρα
το παραμύθι σου θα γίνει ο καπνός
να σε φυλάξει από δω για παραπέρα.
Το παραμύθι, φίλε… μια ομίχλη έτσι κι αλλιώς.
Ποτέ δεν έμαθες αν πίσω απ’ την αλήθεια
τα παραμύθια ήταν οι αντάρτες της ψυχής
ή μήπως διάλεγες το ψέμα σαν συνήθεια
ν’ αποτελειώνεις τα ληγμένα κάθε αρχής;
Άσκοπα άλλαζες τους δράκους με σωτήρες
νεράιδες μάγισσες, πρίγκιπες πειρατές.
‘Εχανες έδαφος για κάθε τι που πήρες
κι αν κάτι έδωσες σαν ξόρκι απ’ το χτες,
το παραμύθι, φίλε, σου ζητά να το ξεχάσεις
κι ό,τι αντέξει… να ‘ναι μόνο για να φταις!…
Photo by Carmen Gonzales
©T’ ∃⊥ A T∃XT