Οι σταγόνες της βροχής ‘κείνης της μέρας’…

Η κηδεία είχε ορισθεί για τις 4.00 μ.μ αλλά έμελλε να ξεκινήσει με μια ολόκληρη ώρα καθυστέρηση.

Αιτία, η βροχή. Καλοκαιρινή μπόρα, απ΄αυτές που ανατρέπουν το πρόγραμμα των ανθρώπων και ο χρόνος οφείλει να σταματήσει, μέχρι να αποκτήσουν ξανά όλα τη ροή τους.

Ο μόνος που δεν θορυβήθηκε ήταν ο νεκρός.

Περίμενε υπομονετικά στο κέντρο της εκκλησίας, ενώ ένα σωρό άνθρωποι πάσχιζαν να ξεφύγουν από το μποτιλιάρισμα των δρόμων. Το ξύλινο φέρετρο ήταν ακόμα βρεγμένο, γιατί κατά τη μεταφορά του το πρόλαβε η καταιγίδα, κι ανάμεσα στα σκαλίσματά του λίμναζε ακόμα το νεράκι του ουρανού.

Γύρω του κρίνα.

Όχι πολλά αλλά αρκετά για να καλύψουν την κοινωνική συνθήκη της στιγμής. Η αλήθεια είναι πως τα κρίνα του ταίριαζαν… αυστηρά, λιτά, ουδέτερα, κατ΄επίφαση μεγαλοπρεπή, άκαμπτα. Θα έλεγε κανείς πως η φύση τα έφτιαξε, όταν της είχαν τελειώσει τα χρώματα και είχε εξαντληθεί η φαντασία της, άρα το μόνο που της έμενε σαν επιλογή ήταν να τα σχεδιάσει με μαύρο μολύβι σε λευκό φόντο. Χωρίς πολλά πολλά… Λίγες γραμμές μόνο με δωρική δεξιοτεχνία, τσακ τσακ κι έτοιμες οι γεροντοκόρες των λουλουδιών, που ούτε όλου του κόσμου το λευκό ούτε ο κίτρινος στήμονας αρκούν για να κρύψουν τη στεγνότητά τους.

Αυτές οι σιτεμένες μεγαλοκοπέλες θα γίνονταν αργότερα τα απόλυτα σύμβολα γονιμότητας. Επειδή η κοσμική δημιουργία δε χωράει λάθη…

Πίσω στην απόλυτη σιωπή της εκκλησίας, που την έσπαγαν μόνο κάποιοι ντροπαλοί θόρυβοι.

Ο νεωκόρος πηγαινοερχόταν νευρικά κι ετοίμαζε τα κεριά και τα μανουάλια, ο ιερέας γυρόφερνε μέσα στο ιερό, οι νεκροθάφτες στέκονταν έξω από την εκκλησία και κοιτούσαν κάθε δυο λεπτά τα ρολόγια τους. Αγώνας πρωταθλήματος απόψε, άντε τώρα να προλάβεις να γυρίσεις, να αλλάξεις, να τρέξεις στο γήπεδο! Κοίτα να δεις τώρα, το μας βρήκε καλοκαιριάτικα… άντε και κανένα στοιχηματάκι για το σκορ, άντε και καμιά ψιθυριστή βωμολοχία, άντε και καμιά βρισιά για την αναποδιά…

Το νεκροταφείο όμως εξακολουθούσε να γυαλίζει σαν ακριβό θέρετρο, καθώς βρεχόταν τα σκονισμένα του μάρμαρα κι οι υψωμένοι σταυροί, καθαρίζονταν τα λασπωμένα του δρομάκια, ποτίζονταν τα παρτεράκια των μνημάτων, έλαμπαν ξανά οι φωτογραφίες με τα πρόσωπα των νεκρών και τα κυπαρίσσια έσταζαν τις σταγόνες της βροχής, που τους έδιναν πίσω το έντονο πράσινο χρώμα τους.

Ήταν σχεδόν… όμορφο!

Κανείς συγγενής ακόμα… κανένας φίλος… κανένας γνωστός…

Η μόνη παρουσία των ανθρώπων που συνάντησαν κάποτε τον νεκρό για λίγο ή για πολύ, ήταν τα στεφάνια τους, που είχαν στηθεί σαν επιθανάτια τρόπαια στην πρόσοψη του ναού.

Αρκεί να διαβάσει κάποιος τυχαίος άγνωστος τα στεφάνια μιας κηδείας, για να μάθει τα πάντα για τη ζωή του αποθανόντα, χωρίς να τον έχει γνωρίσει ποτέ. Μια θλιβερή σύνοψη, μια βιαστική περίληψη, ένας σύντομος λόγος. Κι αυτά μόνο είναι αρκετά, για να δοθεί ο περιεκτικός τίτλος για ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, που δεν χρειάζεται να διαβάσεις… Ήδη το ξέρεις και, επειδή θα σου άρεσαν οι λεπτομέρειες για την υπόθεση, πας στο ταμείο και το αγοράζεις. Αλλιώς το ξαναπετάς στο ράφι. Πάντως το ξέρεις!

Τα στεφάνια είναι το πιο αποκαλυπτικό οπισθόφυλλο του βιβλίου της ζωής κι όσοι  γίνονται αναγνώστες του γίνονται κι αποτιμητές του, ακόμα κι αν δεν έχουν τέτοια πρόθεση.

Κάπως έτσι,  με λίγο προσεκτικό διάβασμα συνθέτουμε το προφίλ του ανθρώπου, που τώρα περιμένει τους ανθρώπους της ζωής του μέσα στη σκοτεινή και βρεγμένη κάσα του! Μεσήλικας. Μοναχοπαίδι. Χήρος ή στην καλύτερη περίπτωση διαζευγμένος. Με δύο παιδιά. Κορίτσια, παντρεμένα. Οι σχέσεις μεταξύ τους, κατά πάσα πιθανότητα διαταραγμένες. Εγγόνι κανένα. Εύπορος, με καλή δουλειά. Δραστηριότητες άφθονες. Ορισμένες κατονομάζονταν. Για τις υπόλοιπες, σιγή ιχθύος.

Οι μόνοι που πήγαιναν πακέτο με τα στεφάνια τους ήταν  ένας γνωστός επιχειρηματίας εταίρος, λίγοι συνεργάτες, φίλοι, κάνα δυο, κάποια ξαδέλφια… Οι υπόλοιποι εξουσιοδότησαν τα στεφάνια να βγάλουν τη ζόρικη υποχρέωση. Οδύνη δι’ αντιπροσώπου!

Ως εδώ! Αρκετά στοιχεία, για να είμαστε πλέον σίγουροι πως δεν θα υπήρχαν και πολλά δάκρυα αποχωρισμού….

Δίκιο είχαμε! Λίγα μόλις λεπτά πριν τις 5.00 μμ καταφθάνουν οι πρώτοι άνθρωποι του νεκρού.

Βγαίνουν από τα αυτοκίνητα βιαστικά, με εμφανή τα σημάδια της ανυπομονησίας και του εκνευρισμού. Κάποιοι δεν γλίτωσαν τη βροχή και κουβάλησαν πάνω στα σκούρα τους ρούχα τα σημάδια του νερού που στεγνώνει. Τα παπούτσια τους είναι λασπωμένα αλλά μικρό το κακό. Έτσι κι αλλιώς έτσι είναι όλοι. Όσο για τον «οικοδεσπότη»… είδηση δε θα πάρει!

Για τις κυρίες, τα πράγματα είναι πιο σοβαρά! Εμφανίζονται αναμαλιασμένες, με το μακιγιάζ τους να έχει ξεθωριάσει και το νερό της βροχής να έχει αφήσει σημάδια από τα ρυάκια στα ρίμελ, τα ρουζ και τα μέικαπ. Δύσκολο πράγμα αυτό για μια γυναίκα, που ξόδεψε τόση ώρα, για να κάνει μακιγιάζ για κηδεία (επ΄ουδενί έντονο, φυσικό, διακριτικό, με χρώματα της γης).

Ακόμα πιο δύσκολο να διαλέξεις ρούχα μέσα από μια ντουλάπα, που τις περισσότερες φορές δεν είναι εξοπλισμένη για τέτοια περιστατικά. Μαύρο αλλά σεμνό και διακριτικό. Εναλλακτική επιλογή γκρίζο με την ίδια βέβαια δέσμευση. Επόμενη εναλλακτική, ασπρόμαυρο. Τα πολλά αξεσουάρ απαγορεύονται. Προτιμώνται παπούτσια χωρίς τακούνι για λόγους πρακτικούς. Βαμμένα νύχια; Θεός φυλάξοι!

Τόσος αγώνας και να σε βρει τελικά ο κατακλυσμός του Νώε! Για να λέμε και την αλήθεια, ούτε τώρα θα σχολιάσει ο «οικοδεσπότης». Θα σχολιάσουν όμως όλοι οι άλλοι. Το γυναικείο ντύσιμο για μια κηδεία γίνεται τις περισσότερες φορές τροφή κοινωνικού σχολιασμού, μέχρι τα σαράντα του αποθανόντα!

Οι δυο αδελφές μπαίνουν στην εκκλησία πρώτες. Περπατάνε γρήγορα, αγέρωχα κι αποφασισμένα.

‘Συλλυπητήρια’ λέει η μια στην άλλη.

Μόνο αυτό. Συλλυπητήρια… κι αμέσως μετά κάθονται δίπλα δίπλα στις καρέκλες των στενών συγγενών πλάι στο φέρετρο.

Οι σύζυγοι ακολουθούν. Επιλέγουν θέσεις λιγότερο προσωπικές, κάθονται κάπου ανάμεσα στις πίσω καρέκλες. Διαλέγουν συνειδητά την απόσταση, δηλώνοντας ευθαρσώς την συναισθηματική απόσταση τόσο από τις συζύγους τους, όσο κι από τον μακαρίτη. Μεταξύ τους πάντως υπάρχει η ευχάριστη και χαλαρή  οικειότητα, που δείχνει ότι τίποτα περισσότερο δεν έχει απομείνει πια, για να ανακαλύψουν ο ένας από τον  άλλον. Είμαι αυτός που είμαι και αποδέχομαι εσένα, όπως έχεις επιλέξει να είσαι. Έχουν άπλετη θέα της μακάβριας σκηνής, που εκτυλλίσσεται μπροστά τους κι αφήνουν τα μάτια τους που αλληλοσυναντώνται, να μιλήσουν για την θλιβερή υπόθεση. Διακριτικό χαμόγελο, πριν καν ξεκινήσει το δράμα. Κάτι λένε ψιθυριστά… ίσως και να βάζουν στοίχημα, για το ποια από τις δύο αδελφές θα τολμήσει να ξεκινήσει πρώτη… 

”Σας έπιασε η βροχή;” ρωτάει η μεγαλύτερη χωρίς καν να κοιτάξει την αδελφή της..

”Ναι’ Η απάντηση είναι αυτή. Ένα τοσοδούλι ”ναι”

”Μετά την κηδεία να μιλήσουμε… έχω ήδη κλείσει ραντεβού με τον δικηγόρο για τα διαμερίσματα και το σπίτι στο Φάληρο. Υπάρχουν και τα κτήματα στο χωριό, το εξοχικό στο νησί, η επιχείρηση, τα τιμαλφή, οι καταθέσεις….”

”Ξέρω… Θα το κανονίσουμε.”

Ξέρουμε κι εμείς… Θα σφαχτούνε!

Ακριβώς την επομένη της κηδείας θα ξεκινήσει ένας τιτάνιος αγώνας αποκατάστασης και αρπαγής. Τα υπάρχοντα θα λεηλατηθούν ανελέητα, θα διεκδικηθεί μέχρι θανάτου μέχρι και το τελευταίο κουταλάκι, θα ζυγιαστούν αυστηρά ακόμα και όσα σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα χαρακτηρίζονταν άχρηστα. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι ψυχές των ανθρώπων γίνονται μανιασμένοι χούλιγκανς, που καταστρέφουν χωρίς νόημα και σκοπό και ηρεμούν μόνο όταν έχουν καταφέρει να ισοπεδώσουν τα πάντα.

Αδελφικός δεσμός; Τι σαχλαμάρες είναι αυτές;

Η Θεά Ύλη δεν επιτρέπει συναισθηματικά ατοπήματα.

Αντίθετα, στην άγραφη βίβλο της αναφέρεται ρητά: «Ουκ έσονται άνθρωποι έτεροι πλην εσού…» Είναι λοιπόν ιερό –ή και ανίερο, δε μας πειράζει- καθήκον σου να υπηρετείς ακαταπαύστως τον εαυτούλη σου, με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσον, με κάθε  αδικία, ατιμία, προδοσία, παρανομία και κυρίως άνευ ενοχής. Δεν επιτρέπεται οίκτος, δεν χρειάζεται ουδέποτε να συγχωρηθείς. Κάνεις αυτό, εφ΄ ό επλάσθης. Επιβιώνεις!

Ευφυές!

Τόσο ευφυές και με τέτοια δυναμική, που έγινε γρήγορα ιερό δόγμα και απόρθητο ιδεολογικό κάστρο της υπεροψίας, της αλαζονείας και της αρρωστημένης εγωπάθειας. Της μανίας για εξουσία. Του ακόρεστου πόθου για ισχύ. Της ασίγαστης λαχτάρας για χρήμα, δόξα και αναγνώριση. Κι αν όλα αυτά φαίνονται μεγαλεπήβολα, τότε να συμφωνήσουμε πως τις περισσότερες φορές αρκεί η απλή φυγοπονία, η φυσική δειλία, η ατολμία και η ανασφάλεια ως εφαλτήρια για τις ίδιες ακριβώς δράσεις, πράξεις και τακτικές, που χρησιμοποιούνται, για να φτιαχτούν θρόνοι. Συνήθως το πολύ μας κάνει άπληστους άρπαγες. Το μισό τυχάρπαστους αριβίστες. Το λίγο όμως μας κάνει κακούς.

Ναι, είναι αυτή η  θλιβερή ανάγκη να προστατευτεί πάση θυσία ο εαυτός, κάθε φορά που είναι αδύνατον στον άνθρωπο να τον αποδεχθεί και να τον αγαπήσει…

Ας μην πούμε άλλα, τουλάχιστον προς το παρόν. Ίσως τελικά να ΄ναι και άσκοπο να μιλάμε για πράγματα που όλοι ξέρουμε πολύ καλά, ακόμα κι αν κάποιοι θέλουν να νομίζουν πως «κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου»…  Τουλάχιστον αυτήν τη στιγμή, ο μόνος που «κοιμάται τον ύπνο του δικαίου» είναι ο μακαρίτης.

-αλλά ούτε και γι΄αυτό είμαστε σίγουροι….-

Η εκκλησία δεν έχει ακόμα γεμίσει και ούτε πρόκειται. Οι περισσότεροι έχουν παραμείνει στον ανοιχτό της περίβολο. Για λόγους υποτιθέμενης ευπρέπειας φρόντισαν να προβάλλουν μια προφανή και δικαιολογημένη αιτία. Δεν αντέχω την ορθοστασία, είναι αποπνικτικά εκεί μέσα, βρε παιδί μου, με ζαλίζει το λιβάνι, δεν αντέχω τις συγκινήσεις…

Κάποιοι κατέδειξαν περήφανα και αποδείξεις υποτιθέμενου σεβασμού. Μπήκαν μέσα, άναψαν ένα κερί με ιδιαίτερη κατάνυξη, φίλησαν την εικόνα του Αγίου με δέος, έριξαν και μια ματιά στην κάσα του νεκρού… ξέρετε τώρα… με εκείνο το βλέμμα της ανείπωτης θλίψης –πω,πω, τι τραγική απώλεια- και μια πολύ συνηθισμένη σύσπαση των μυών του προσώπου – αχ, δεν μπορώ, δεν αντέχω!-

Τόσο απλό!

Μετά βγήκαν έξω!

Είναι όμορφα έξω. Η ατμόσφαιρα έχει αρχίσει να στεγνώνει αλλά η λεπτή, δροσερή υγρασία, που άφησε πίσω της η βροχή κάνει το θλιβερό περιβάλλον να μοιάζει με την αυλή ενός γραφικού επαρχιακού καφενείου. Τα πολλά δέντρα, τα άσπρα μάρμαρα με τα μικρά τους παρτέρια, η εκκλησιά με το ψηλό καμπαναριό, τα μικρά δρομάκια από πέτρες, τα περιστέρια, που λες και ραντίζουν με τον ήχο του πετάγματός τους τις φυλλωσιές, ακόμα και κάνα δυο αδέσποτα, που περιφέρονται ανάμεσα στους τάφους και –τι παράξενο- αυτό το ίδιο το χώμα… το υγρό χώμα που έχει σκεπάσει ως τώρα εκατοντάδες σώματα, αναδύει τη μυρωδιά της βροχής που έθρεψε τους σπόρους του.  

Κι εκεί που ο Θάνατος βασιλεύει, βρίσκεται η απαρχή της Ζωής!

Εδώ λοιπόν βρίσκονται μαζεμένοι περίπου είκοσι άνθρωποι. Κάποιοι στέκονται όρθιοι με την χαλαρότητα που έχει κανείς, όταν περιμένει στην ουρά, για να μπει στο σινεμά. Άλλοι προτιμούν να ακουμπήσουν πρόχειρα στα λιγοστά πεζούλια, κάποιοι άλλοι δεν διστάζουν να στρογγυλοκαθίσουν ακόμα και στα ψηλά μνήματα, δίπλα στα αναμμένα καντηλάκια και τις φωτογραφίες των πεθαμένων. Η κουβέντα στις πλείστες των περιπτώσεων ξεκινά με το ”τελευταία φορά τον είδα…” ή το ”τελευταία φορά τον άκουσα….” και μ΄αυτόν τον τρόπο αναδύονται κι ιστορίες για τον νεκρό, έτσι… για ξεπροβόδισμα. – σ΄αυτήν την κηδεία η ”τελευταία φορά” κυμαίνεται ανάμεσα στο ”πριν δύο” έως ”πριν τέσσερα χρόνια”.  

Συνεχίζουμε με ώριμο προβληματισμό. Όσοι δεν οικτίρουν τον ”καημένο τον μακαρίτη”, που ”νέος ήταν ακόμα, είχε χρόνια μπροστά του” ή όσοι δεν αμπελοφιλοσοφούν για το ”τι είμαστε, τίποτα, κανείς δεν ξέρει τι του ξημερώνει” μιλούν κυρίως για τα σχέδια του καλοκαιριού, τις διακοπές στο νησί, στο βουνό, ίσως και κάνα εξωτερικό, ”για να αποκτήσουν τα παιδιά εμπειρίες”. Κι όταν αρκετά λεπτά κυλάνε με την ευχάριστη κοινωνική κουβεντούλα σε πλήρη εξέλιξη, ακούγεται μέσα από την εκκλησία το ”Μακαρία η οδός”.

”Πάμε”, λέει κάποιος, ”τελειώνει σε λίγο”. Σαν να λέμε ”σβήσε το τσιγάρο και πάμε να δούμε το τέλος, τελειώνει το έργο”. Και μπήκαν απρόθυμα μέσα. Όχι στο σινεμά. Στο ναό.

Μέσα λοιπόν. Οι δυο αδελφές κάθονται ακόμα άκαμπτες κι ανέκφραστες, το λιγοστό κοινό σιωπά, όπως επιτάσσει η στιγμή, ο ιερέας τραγουδά τον τελευταίο ψαλμό. Οι κρίνοι αρχίζουν να μην αντέχουν άλλο την άπνοια και τη ζέστη. Έχουν γύρει το κεφάλι, σαν να σκύβουν για τον τελευταίο ασπασμό. Το λιβάνι θυμίζει σε όλους πού βρίσκονται και για ποιο λόγο.

Εδώ, τώρα, δεν δικαιολογείται ούτε η ανάσα. Αν θες να πεις κάτι, μόνο με τα μάτια, κι αυτό αστραπιαία, διακριτικά, εύσχημα. Αλλά… τι χρειάζεται να πεις;

Τέλος τα ψέματα, αγαπητέ! Εδώ υπάρχει ο θάνατος!

Κι ο θάνατος περιμένει την κορύφωσή του. Να ανοίξει η κάσα σε απόλυτη σιωπή και να αποκαλυφθεί το μέγεθος της ανδραγαθίας του!

Και άνοιξε το καπάκι με ένα ελαφρό τρίξιμο και ο νεκρός πήρε επιτέλους το αίμα του πίσω κι έγινε ο απόλυτος πρωταγωνιστής και έσκυψαν κάποια κεφάλια μπροστά, για να δουν το ξεχωριστό θέαμα του τετελεσμένου. Και για ένα δευτερόλεπτο, άντε δύο, η νεκρική σιγή της αμηχανίας ηλεκτρίστηκε από ακαριαίες ριπές δέους και ενοχών.

Ύστερα οι δείκτες των ρολογιών επανεκκινήθηκαν.  Τέλος.

Ο οικογενειακός τάφος –μνημείο ολόκληρο κάτω από τον ίσκιο ενός ψηλού κυπαρισσιού- καλοδέχτηκε χαιρέκακα τον παρθενικό του ένοικο.

Ο νεκρός τοποθετήθηκε στο κεντρικό πάνω ράφι – τιμής ένεκεν – αδιαμαρτύρητα κι εκεί θα περίμενε τον επόμενο στενό συγγενή χωρίς ανυπομονησία. Κάποιος θα ερχόταν αργά ή γρήγορα, μετά κι άλλος, ύστερα κι άλλος…

Η μικρή πόρτα σφράγισε. Η ολιγάριθμη πομπή έκανε απότομη και συντονισμένη μεταβολή και διένυσε αντίθετα το ίδιο στενό κι ακόμα λασπωμένο δρομάκι, πίσω στη ζωή!

Μέσα σε λίγες μόνο μέρες, στην μικρή περίβολο του τάφου φύτρωσε γιγαντιαίο χορτάρι, και μέσα σε λίγες νύχτες το φιλόδοξο μνημείο έγινε επίγειος παράδεισος για όλα τα έρποντα ζωντανά της πλάσης.

Όσο κυλούσαν οι μήνες, το ακριβό μάρμαρο πρασίνιζε από τη μούχλα και σε ένα χρόνο κατέληξε βορά ενός αχόρταγου κισσού, που το κατάπιε ολόκληρο. Το μνήμα θάφτηκε κάτω από μια αλλοπρόσαλλη μάζα χώματος, κλαδιών και φύλλων κι απέμεινε μόνο η άκρη ενός σταυρού, που είχε χτιστεί στο κέντρο της τρίγωνης σκεπής του. Τα πουλιά το απέφευγαν, τα αδέσποτα το προσπερνούσαν, οι άνθρωποι ύφαιναν τον θλιβερό του μύθο…

Η ψυχή, λέει… Που δεν φρόντισε ούτε να αγαπήσει ούτε να αγαπηθεί στη ζωή, και που τώρα φοβάται να βουτήξει στη βαθειά μοναξιά του θανάτου. Που βαραίνει τόσο πολύ από όσα άφησε να χαθούν κι όσα δεν άφησε να συμβούν, ώστε της είναι αδύνατον να πετάξει. Που το σκοτάδι της νύχτας την τρομάζει, το φως της μέρας την τυφλώνει,  ένα φύσημα ανέμου την ξεστρατίζει, ένα τυχαίο συναπάντημα με ένα σύννεφο την προσγειώνει…  Που η τιμωρός αιωνιότητα την αρνείται!

Ίσως να ΄ναι κι έτσι. Ίσως πάλι η φαντασία των ζωντανών να ανιχνεύει μύθους, για να αποτάξει το δικό τους σκοτεινό πεπρωμένο.

Πάντως το μεγάλο κυπαρίσσι δίπλα στον πολύπαθο τάφο στέκεται ακόμα ανάμεσα στους δυο κόσμους. Μέσα από τις σκιές των φύλλων ζωγραφίζει το χρώμα του ουρανού πάνω στον χωμάτινο καμβά της γης λες και κεντά μια νυφική δαντέλα, που ενώνει τη ζωή με τον θάνατο.

Ως σήμερα, δεν έπαψε ποτέ να στάζει τις σταγόνες της βροχής εκείνης της μέρας…

Photo by Carmen Gonzales

©T’ ∃⊥ A T∃XT