
[……]
Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.
Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.
Κι είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις την Συρία το ίδιο.
Αλλά, κατεστραμμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.
Κ. Π. Καβάφης /Ας φρόντιζαν/απόσπασμα
Από τυχαίες κουβέντες –για να περνά η ώρα- με φίλους, γνωστούς ή ακόμα και με αγνώστους –σε μια στάση του λεωφορείου που αργεί, στην ουρά της Πειραιώς για τον ΕΝΦΙΑ, στο μαγαζί με την φιλική κι ομιλητική πωλήτρια, οπουδήποτε τέλος πάντων οι άνθρωποι βαριούνται ή προσπαθούν να σκοτώσουν τρυφερά κάποιον ‘χαμένο’ χρόνο- από τυχαίες κουβέντες λοιπόν, για να περνά η ώρα, συλλέγω τροφή για σκέψη, αρκετή να γεμίσει ένα δίπορτο ψυγείο. Δεν το ανοίγω συχνά, συνήθως μένει κλειστό για μήνες. Ακόμα κι εγώ έχω ξεχάσει πόσα ταπεράκια, σφραγισμένα αεροστεγώς στην πολική του θερμοκρασία, περιμένουν τη Στιγμή. Κάποτε η στιγμή έρχεται. Τότε γράφω.
Από μικρό παιδάκι ζήλευα το σπίτι μιας αδελφικής μου φίλης. Μεγάλο, διώροφο, με έναν πλούσιο κήπο, με πλάκες στην πυλωτή κι ένα γραφικό τραπεζάκι αυλής με χουχουλιάρικες πλαστικές πολυθρόνες. Τα μυστικά μας όλα τα είχαν απορροφήσει οι υπαίθριοι τοίχοι, και μέχρι σήμερα, όποτε περνάω απ’ έξω, μου φαίνεται πως ακούω τις μυστικές μας εκμυστηρεύσεις και τα τρανταχτά μας γέλια, που σπάγανε τη σιωπή της γειτονιάς. (Μιλάμε για ταπεράκι, που έχει πιάσει τόσο πάγο, που παίρνεις σφυρί, για να τον σπάσεις)
Πάντως, για να είμαι πιο ακριβής, δεν ζήλευα το ίδιο το σπίτι. Αυτό που θαύμαζα ήταν ο κισσός του. Από το χώμα του εδάφους, ως την ψηλή του ταράτσα το σπίτι ήταν αγκαλιασμένο από το βαθύ πράσινο του φυτού, που δεν άφηνε να φανεί ούτε πόντος από το πραγματικό του χρώμα. Άσπρο, κίτρινο, ώχρα;… ποτέ δεν έμαθα, κι εδώ που τα λέμε, ούτε ποτέ αναρωτήθηκα. Μου αρκούσε αυτή η ομορφιά του παραμυθιού, που οι καλύβες του δάσους του είναι πάντα ενσωματωμένες στο πράσινο φόντο της παιδικής φαντασίας. Έφευγα πάντα από κει έχοντας στο μυαλό μου σαν παρηγοριά ότι αύριο θα συνεχίσω από εκεί που σταμάτησα, όπως βάζεις τον σελιδοδείκτη σε ένα αγαπημένο βιβλίο. Μέχρι την επόμενη φορά, η αγωνία μου μεγάλωνε. Κι ο κισσός το ίδιο.
Ύστερα έκοψαν τον κισσό. Για την ακρίβεια ήρθε ειδικό συνεργείο, που δούλευε τρεις μέρες για να τον ξεριζώσει. Για την ακόμα πιο μεγάλη ακρίβεια δεν τον ξερίζωσε απλώς. Έδωσε επική μάχη, για να τον αποκολλήσει από τους τοίχους, τραβώντας τον με μανία και ξεκολλώντας τα μικρά του φυλλαράκια με μυστριά, ξύστρες, γυαλόχαρτα – ό,τι βάζει ο νους του ανθρώπου για να διαπράξει ένα στυγερό έγκλημα δηλαδή.
Γιατί ο καημένος μου, ο παραμυθένιος μου κισσός αντιστεκόταν με πείσμα και κολλούσε όλο και πιο πολύ στην αγαπημένη του επιφάνεια κι όσο και να τον τραβούσαν, εκείνος άφηνε τα πράσινα απομεινάρια του στον τοίχο. Και ξανά το μυστρί, και ξανά η ξύστρα… Τρεις μέρες! Μετά το συνεργείο έφυγε εξουθενωμένο αλλά ικανοποιημένο.
Η νοικοκυρά του σπιτιού δήλωσε πανευτυχής που το σπίτι της απελευθερώθηκε, επειδή, λέει, αυτό το ύπουλο φυτό, δεν είχε φέρει μόνο απίστευτη υγρασία στους τοίχους του αλλά και όλα τα αφορισμένα έντομα και έρποντα πλάσματα της πλάσης. Δεν προλάβαιναν οι εργάτες να σκοτώνουν σκουλήκια, αράχνες, σαμιαμιδάκια, σαλιγκαράκια, μυγάκια, -ακόμα και για σκώρους κατηγορήθηκε το φύλλωμα του κισσού- κι όλα αυτά μέσα σ’ ένα διάφανο σύννεφο από αιμοσταγή κουνούπια. Το χρώμα του τοίχου δεν κατάλαβα ποτέ ποιο ήταν. Ένα καφεπράσινο απροσδιόριστο μου φάνηκε, λιγδιασμένο και γλοιώδες, που συνέχιζε ακόμα και γυμνό να ξερνάει απροσδιόριστες εκκρίσεις βρωμιάς.
Στο σπίτι δεν ξαναπήγα. Απλώς έβαλα το ταπεράκι στο ψυγείο.
Αλλά, όπως συμβαίνει πάντα, ήρθε η Στιγμή, και βρέθηκα μπροστά σε μια λευκή οθόνη να γράφω για τον κισσό. Μόνο που τώρα έχω ξεπεράσει την παιδική μου διάψευση για την εικόνα του, και δεν περιμένω να τον δω κολλημένο στους τοίχους των σπιτιών με τα βεντουζάκια του απλωμένα στο κρύο τσιμέντο. Αντίθετα. Τον βλέπω να περπατά σε δρόμους και γειτονιές, να μιλάει ευγενικά και να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις κοινωνικές συνθήκες. Να είναι εξυπηρετικός και πρόθυμος. Να μη λέει ποτέ όχι. Να υποτάσσεται υπάκουα σε ανωτέρους, ίσους και κατωτέρους. Να μην διαμαρτύρεται και να μην αντιμιλά. Κυρίως όμως να παρατηρεί άκομψα και πρωτόλεια σαν μωρό, που αντικρίζει τον κόσμο για πρώτη φορά.
Πιστεύει ο κακομοίρης πως βρήκε έναν ευφάνταστο κι ασφαλή τρόπο να καταγράφει –άνευ επιλεκτικής ικανότητας βέβαια- πράξεις, συμπεριφορές, απλά σχόλια, καθημερινές κινήσεις, όλα όσα θα του χρειαστούν, για να μεταμορφωθεί γρήγορα σε ανθρώπινο κισσό, αηδιαστικό σαν την ‘Μύγα’ του Κάφκα. Η μοίρα του είναι να προσκολλάται σε όποιον του ζητήσει μια ποταπή εξυπηρέτηση και να την προσφέρει αφειδώς χωρίς κανέναν ενδοιασμό, με απατηλό αντάλλαγμα μια σταγονίτσα φευγαλέου ‘εξυπηρετώ άρα υπάρχω’. Η απάτη του κισσού είναι να εξανθρωπίζεται. Η αυταπάτη του ανθρωποκισσού είναι να μετατρέπεται οικειοθελώς σε εργαλείο και να παραδίνεται αμαχητί στο χέρι που τον χειρίζεται, μόνο και μόνο για να κερδίσει ένα αμφιλεγόμενο δικαίωμα ύπαρξης, μέχρι τη στιγμή –που πάντα φτάνει- της εξαργύρωσης του χρόνου του. Ως το τέλος θα επιμένει να ξεχνά πως ακόμα κι οι εντολολάγνοι δεν εκτιμούν τους εντολοδόχους.
Βλέπεις, κισσέ μου, στον ανθρώπινο τοίχο που βρήκες πρόσφορο, κόλλησες λαίμαργα τις βεντούζες σου κι άφησες πίσω σου μύγες, κουνούπια, σκουλήκια, αραχνοϊστούς κι εκείνο το γλοιώδες σάλιο των σαλιγκαριών, που κανείς δε θέλει να κολλήσει στα ρούχα του.
Ένα καφεπράσινο απροσδιόριστο μου φαίνεται και τώρα, λιγδιασμένο και γλοιώδες, που συνεχίζει ακόμα και γυμνό να ξερνάει απροσδιόριστες εκκρίσεις βρωμιάς.
Photo by Man Rey
©T’ ∃⊥ A T∃XT