Ο Μπάμπης!… (κι ένα γελοίο καρτούν)

Πρώτον: σε θέλουν ακίνδυνη και να ξεχνάς κι ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα, τρυφερή, υποσχετική

οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό

ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας

από τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα

κι ο ήλιος φίδι μεσ’ στο σύρμα.

Μην ξεχάσεις φτύσ’ τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό

ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων

ας περιμένουν οι αχρείοι.

Έκτωρ Κακναβάτος/Φωνή μου, ράτσα υψικαμίνου/

……

Ο Μπάμπης είναι ένας κοκκινοτρίχης γάτος του δρόμου, που ξέρω από μωρό. Άφοβος, τολμηρός, γενναίος, με στόφα ηγέτη. Στην επικράτειά του δεν υπάρχει θέση για σφετεριστές, ούτε χώρος για παραχωρήσεις. Ο χώρος για την βασιλεία του και τις θηλυκές του είναι άβατο. Τέλος.

Ο Μπάμπης είναι ένας κοκκινοτρίχης γάτος του δρόμου με έμφυτη ευγένεια και μεγάλη καρδιά. Όσο κι αν τον θερίζει η πείνα, ποτέ δεν εκμεταλλεύεται την κυριαρχία του, για να κλέψει φαγητό ή να αρπάξει τη μπουκιά από το στόμα του άλλου. Άγαλμα ακούνητο σε μια γωνιά, να φάνε πρώτα τα μικρά, οι θηλυκιές του, οι άρρωστοι κι αναξιοπαθούντες σύντροφοί του. Μετά πλησιάζει το φαΐ περήφανα, και τρώει με τακτ. Αργές μπουκιές, προσεγμένες, επιλεκτικές. Κύριος!

Ο Μπάμπης είναι γεννημένος πατέρας ακόμα και για τα μωρά που δεν είναι δικά του. Τα προστατεύει με αυτοθυσία, τα διδάσκει, τα ξεμπλέκει από τα ζόρικα, μέχρι που καταφέρνει να φτιάξει έναν στρατό ολόκληρο, που μένει πάντα κάτω από την σιωπηλή και δίχως έπαρση εξουσία του.

Ο Μπάμπης είναι -για πάντα θαρρώ- ερωτευμένος με την Μπίλλυ. Την υιοθέτησε και την ενέταξε στο πεδίο της ευθύνης του, από την πρώτη στιγμή που την είδε να περιφέρεται ορφανή κι αβέβαιη στη γειτονιά. Δεν την άφηνε απ’ τα μάτια του, και μόλις νύχτωνε, την υποχρέωνε να κρύβεται κάτω από ένα εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο, ενώ αυτός έφευγε για τη νυχτερινή του περιπολία. Κι όταν κάποτε η νεαρή του ευνοούμενη αντιμετώπισε τον πρώτο οίστρο της, ο Μπάμπης ήταν εκεί, στο πλευρό της, έτοιμος να κομματιαστεί με έναν ολόκληρο στρατό από ξαναμμένους ερωτύλους γάταρους, για να μην του την πειράξουν. Ο ίδιος ποτέ δεν την διεκδίκησε ερωτικά. Την Μπίλλυ δεν την πόθησε. Την Μπίλλυ την αγάπησε!

Ο Μπάμπης ποτέ δεν τρίφτηκε στα πόδια μου, ποτέ δεν με άφησε να τον χαϊδέψω. Τραβιόταν μακριά κάθε φορά που έβλεπε το χέρι μου να τον πλησιάζει, μέχρι το καλοκαίρι που μας πέρασε, όταν εκείνος αποφάσισε πως ναι, μετά από πέντε χρόνια μπορεί να με εμπιστευτεί. Από κείνη τη νύχτα, φτιάξαμε ένα σχεδόν τελετουργικό, να τελειώνει το σερβίρισμα, να τακτοποιεί τον λαό του, να τρώει τελευταίος κι ικανοποιημένος, να με κοιτά με τον αδιαπραγμάτευτο τρόπο που μόνο οι γάτες ξέρουν, και να μου επιβάλλεται σαν άρχοντας που παραχωρεί κάποιο μέγιστο δικαίωμα: ‘Μπορείς να μου αγγίξεις το κεφάλι, αν θες, απλώς, μην το παρακάνεις!’

Ο Μπάμπης σήμερα δεν είναι ζωντανός, παρά μόνο στην καρδιά όσων τον γνώρισαν και τον αγάπησαν.

Σήμερα το πρωί τον βρήκα νεκρό στην αυλή του διπλανού σπιτιού, ξαπλωμένο στο πλάι, άκαμπτο, παγωμένο, με το στόμα του μισάνοιχτο και τα μάτια του κλειστά. Κάποιος μου είπε κάτι για φόλα… μισόλογα, σπασμένες κουβέντες, αρκετές όμως να καταλάβω…

Δεν μισώ αυτόν τον άνευ βαρύτητας και σημασίας δειλό, που σκότωσε χωρίς αναστολές ένα άκακο ζώο. Ένας ακόμα κακόμοιρος που πασχίζει να αποδείξει κάτι είναι, και ζητιανεύει μια στάλα επιβεβαίωση, μια κάποια -έστω κι αρνητική-  προσοχή… Άφεση!

Τεράστιο πρόβλημα άλλωστε τα συμπλέγματα των ανθρώπων, άλυτοι γρίφοι τα απόβλητα της άδειας ψυχής. Βαρύ φορτίο η μικρότητα, η ημιτέλεια, η ανικανότητα, η ανεπάρκεια, και σύνηθες πια θέαμα αυτά τα ανθρωπόμορφα, μικροσκοπικά και γελοία καρτούν, τα φέροντα το θλιβερό τους σαρκίο στους δρόμους μας.

Όσο για τον Μπάμπη μας -τεράστιος, περήφανος, γενναίος και πραγματικός όσο ποτέ- είναι εκεί, στον καινούργιο του κόσμο, κοιτάζει κάτω, γλείφει τα μουστάκια του κι αναρωτιέται…. “μετά από την άνανδρη δολοφονία μου, αυτό το ανθρώπινο, γελοίο καρτούν ψήλωσε καθόλου τουλάχιστον;”

Photo by Stephen Sheffield

©T’ ∃⊥  A  T∃XT