
Εξουθενωμένος γύρισε σπίτι του. Μαύρα ξημερώματα πια, είδε την εξώπορτα μοναχική και κλειστή, λουσμένη από ένα φως πρωτόγνωρο, ανοίκειο και απόκοσμο. ‘Ακόμα είναι ανοιχτές οι λάμπες του Δήμου…’ σκέφτηκε, και ταυτόχρονα απόρησε που μπορούσε ακόμα να σκέφτεται.
Μισές σκέψεις, ανολοκλήρωτες, κουρασμένες, γιατί δεν ήταν ηλεκτρικό το φως, η αντανάκλαση ήταν από την θαμμένη στο χιόνι γειτονιά.
Είδε καλύτερα τώρα, πως τα χρώματα είχαν εξαφανιστεί, το πράσινο των δέντρων, οι ποικιλόχρωμοι εξωτερικοί τοίχοι των σπιτιών, τα λουλούδια της πρασιάς, οι μπλε κάδοι, οι καφέ κάδοι, οι πράσινοι κάδοι, όλα γύρω του μαζί με τα δεκάδες παρκαρισμένα αυτοκίνητα δεν ήταν παρά λιλιπούτειοι ολόλευκοι λοφίσκοι.
Έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά, το γύρισε, η πόρτα άνοιξε, και το πυκνό σκοτάδι του σπιτιού του τον τύλιξε σαν μητρική αγκαλιά, σαν την πρώτη μητρική αγκαλιά της ζωής του, εκείνη την μοναδική αγκαλιά της Ζωής, δίπλα σ’ ένα πρόθυμο ζεστό στήθος, έτοιμο να τον χορτάσει.
Γρήγορη σκέψη, φευγαλέα… ποτέ άλλοτε στη ζωή του δεν είχε κάνει αυτήν την παράκαμψη του χρόνου, να βρεθεί πίσω στην αρχή του… Μόνο απόψε!
Ξάπλωσε στο κρεβάτι του έτσι όπως ήταν, με τα νοτισμένα του ρούχα, τις βρεγμένες κάλτσες, τα λιωμένα παπούτσια και το κλειδί του αυτοκινήτου του σε μια τσέπη.
Πρόλαβε να σκεφτεί τα λυγερά Rafael που πετούσαν αγέρωχα στον Αττικό ουρανό την προηγούμενη μέρα, υποσχόμενα εγγύηση υπεροχής και ασφάλειας, κι αμέσως μετά το χιλιόμετρο της Αττικής οδού που παράτησε το αυτοκίνητό του, μισοθαμμένο στο χιόνι, βρώμικο από τα ούρα του, που είχαν ποτίσει το χαλάκι του οδηγού, και επιβαρυμένο από τις φρέσκες μνήμες του φόβου, της αγωνίας και της άνισης μάχης με την πείνα, τη δίψα και τη μοναξιά. Μια θλιβερή διαπίστωση ήρθε στο καταπονημένο του μυαλό, αλλά δε βρήκε το σθένος να ανησυχήσει ή να αναλωθεί σε υποψίες ένας άνθρωπος που έδινε για ώρες μάχη με το πολικό ψύχος.
Την τέλειωσε γενναία τη μάχη όμως –αυτό έχει σημασία- και τώρα μπορεί επιτέλους να κοιμηθεί, χωρίς να αναρωτιέται αν θα καταφέρει να αντέξει. Άντεξε, αυτό μετράει. Να κοιμηθεί λοιπόν, να κοιμηθεί, να κοιμηθεί……..
Στο μεταξύ έχει ήδη ανακοινωθεί πως η Αττική οδός θα αποζημιώσει –λέει- όλους τους εγκλωβισμένους άτυχους, όπως αυτός, με το αστρονομικό (!) ποσόν των 2.000 € -όλα έχουν την τιμή τους άλλωστε, κι η ‘Ελπίς’ θα ξεχαστεί γρηγορότερα, αν αναπτερωθεί η Ελπίδα –ακόμα και στο μικρότερο δυνατό κόστος! Και ιδού:
Όσο αυτός ο κακοποιημένος άνθρωπος κοιμάται, το μέλλον του διαγράφεται λαμπρό! Θα πληρώσει επιτέλους τα δυο νοίκια που χρωστάει, τον λογαριασμό της ΔΕΗ, το πετρέλαιο για τον επόμενο μήνα, τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ, κι οπωσδήποτε ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια.
Είναι σχεδόν βέβαιο πως θα εξοπλίσει το αυτοκίνητό του με μια εφεδρική αλλαξιά ρούχων, ένα δοχείο νυκτός, ασπιρίνες, αγχολυτικά, ξηρούς καρπούς, ποπ κορν, πατατάκια, γαριδάκια, αναψυκτικά, οπωσδήποτε πολλά μπουκαλάκια με νερό και κάποια κόμικς, για να περνά η ώρα –όλα τακτοποιημένα σε μια μικρή βαλιτσούλα ανάγκης στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου -ΠΟΤΕ στο πορτ μαγκάζ, γιατί την επόμενη φορά μπορεί το καιρικό φαινόμενο να είναι πλημμύρα.
(μια παλιά ιστορία, που κανείς μας δεν μπορεί να ξεχάσει…)
Photo by Imogen Cunningham
©T’ ∃⊥ A T∃XT