Στο δρόμο που ζω δεν υπάρχει αύριο

Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό, κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.

Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό,
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.
Δόξα σοι ο Κανένας.
Για την αγάπη σου θέλουμε
ανθίσει.
Σ’ εσέναν
απέναντι.
Ένα Τίποτα
ήμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.
Με
το στύλο φως ψυχής,
το στήμονα έρημο ουρανού,
τη στεφάνη κόκκινη
από τη λέξη πορφύρα, που τραγουδούσαμε
πάνω, ώ πάνω
απ’ τ’ αγκάθι
.
Paul Celan
/Κανένας δε μας πλάθει ξανά/
/Από την ποιητική συλλογή Του Κανενός το Ρόδο/

Στο δρόμο που ζω δεν υπάρχει αύριο. Ο χρόνος σταμάτησε απρόβλεπτα στο κάποτε, σαν να μην υπήρξε ποτέ το ίδιο του το παρόν -για παρελθόν ούτε λόγος. Έτσι ήταν πάντα, άχρονος δρόμος, στεγνός και σπασμένος σε κομμάτια -κομμάτια παζλ που τον συνέθεταν ύπουλα- ώσπου να στερεοποιηθεί μαζί με τους ανθρώπους του, να γίνουν ένα, υλικά, ιστορίες, μύθοι, στερεότυπα, απομεινάρια ακατέργαστα του τυχαίου, που στέγνωσαν στον αέρα, όπως στεγνώνει στην άσφαλτο η πίσσα. Στον δρόμο που ζω μένουν όλα τόσο ίδια, που ξεχνάει κανείς την καινούργια μέρα, σαν να μην κινήθηκε ούτε φύλλο από αυτήν την ταφική ακαμψία του.

Έτσι μεγάλωσα, με τις ίδιες ανθρώπινες φιγούρες, που συνέθεταν γύρω μου ένα πονηρό δίχτυ… Η ‘κακιά μάγισσα της γειτονιάς με την φαρμακερή γλώσσα’, ο ‘φιλοχρήματος έφηβος με την αστεία περπατησιά του πιγκουίνου’, η ‘αόρατη συμμαθήτρια’, ‘η ωραιοπαθής ασήμαντη’, η, ο, κάτι τέλος πάντων… με  παρατσούκλι και  κρανίο χωρίς σάρκα προσώπου. Σήμερα καταλαβαίνω γιατί. Επειδή ΔΕΝ υπήρχε πρόσωπο. Στοιχεία κακού παραμυθιού ήταν όλα, που τύχαινε να μοιάζουν αληθινά.

Στο πέρασμα του χρόνου κατάλαβα πως σ’ όλα αυτά τα φαντάσματα του παρελθόντος χρωστώ ευγνωμοσύνη. Μεγαλώνοντας έβλεπα τα πρόσωπά τους να γερνάνε χωρίς να αλλάζουν, αφήνοντάς τους έξω από το πραγματικό, το φυσικό, το αληθοφανές έστω. Σαν αγάλματα που μαυρίζουν, θάμπωναν αλλά παρέμεναν απόκοσμα ίδια, χωρίς η ροή της ζωής να καταδέχεται να τους αγγίζει. Μόνοι, ξεροί σαν ξηροί καρποί που νοτίζουν ξεχασμένοι στο ντουλάπι, οι πρώτοι δαίμονες της ζωής μου… απλώς αποξηράνθηκαν αθόρυβα. Αιωνία η μνήμη!

Φέτος το Πάσχα απόλαυσα τις μαύρες φιγούρες τους να ακολουθούν ευλαβικά τον Επιτάφιο, με το αναμμένο κερί να φωτίζει ξεδιάντροπα την ματαιοδοξία τους. Την Μεγάλη Παρασκευή με κουβεντούλες χαλαρές και χασκόγελα περιβεβλημένα τον μανδύα της κατάνυξης, όλα αυτά τα ανθρωποειδή ξηροκάρπια παρήλασαν συνομιλώντας κι επιδεικνύοντας τα καινούργια ρούχα και τα ψηλοτάκουνα -φευ, τι πόνος!-  παπούτσια στα πλακόστρωτα πεζοδρόμια.

Το βράδυ της Ανάστασης πέρασαν κάτω από το παράθυρό μου λίγα μόλις λεπτά πριν την Ανάσταση, μέσα σε έναν αστείο πανικό να προλάβουν το μεγάλο κοσμικό γεγονός, σέρνοντας μαζί τους παιδιά, ανήψια, βαφτιστήρια και εγγόνια, τρικλοποδιάζοντας στις πέτρες και τουρτουρίζοντας από τη βραδινή ψύχρα της νύχτας, που τρύπωνε κάτω από το σι-θρού πουκαμισάκι. Παραμάσχαλα τα φαναράκια της Ανάστασης κι οι εμπορικές λαμπαδίτσες, οι κύριοι να προπορεύονται, οι κυρίες να λένε ‘μη βιάζεστε, θα σκοτωθούμε’…. Μεγάλη ανομολόγητη πίκρα για όσους προτίμησαν την αθρόα συμμετοχή σ΄ αυτό το Θέατρο Ευλαβείας και Πίστεως… Μεγάλη αγαλλίαση για όσους έμειναν με την περισυλλογή τους πίσω από ένα απλό παράθυρο…

Ύστερα ήρθαν τα πυροτεχνήματα. Αυτή η έξαρση ενθουσιασμού της μιας στιγμής, αυτή η λαγνεία του θορύβου και της λάμψης, αυτή η μανία της αποτύπωσης του ‘εν ενάστρω ουρανώ’ στο κινητό… η καθηλωτική αυτή στιγμή που κανείς δεν σκέφτεται καμιά Ανάσταση, αλλά όλοι σκέφτονται την εντυπωσιακή ανάρτηση στο Facebook….

Η πολυπόθητη στιγμή πέρασε γρήγορα…

Κουκουλωμένοι ως τα αυτιά έσπευσαν όλοι να ‘την κάνουν με ελαφρά’ για το σπίτι, αφήνοντας τον ιερέα να ψάλλει σε άδεια εκκλησιά. Στους προαύλιους χώρους η μυρωδιά των πυροτεχνημάτων πλανιόταν στον μοναχικό πια αέρα της νύχτας, την ίδια στιγμή που τα άμοιρα αδέσποτα έτρεχαν ακόμα τρελά από πανικό να σωθούν από την ενοχλητική οχλοβοή, τα αδιάφορα ανθρώπινα ποδοβολητά, τις ακατανόητες λάμψεις, και τους εκκωφαντικούς θορύβους αυτής της έξαλλης νύχτας.

Την επομένη είδα ξανά τα παιδικά μου φαντάσματα στο φως της μέρας…

Τίποτα και κανείς δεν είχε αλλάξει. Κατά το απόγευμα βγήκαν από τα σπίτια τους σκασμένοι από το άμοιρο νεογέννητο αρνάκι -που κατανάλωσαν με λαιμαργία και χωρίς καμιά τύψη- αποχωρίζοντάς το βίαια από τη μάνα του, για να πετάξουν στα σκουπίδια τα απομεινάρια του -τόσα λίτρα από αθώο αίμα, για να φορέσεις εσύ το καινούργιο ντε-πιες! Οι κοιλιές τους ήταν φουσκωμένες, τα στομάχια τους κακοποιημένα, τα χέρια τους ακόμα λαδωμένα από το γλύψιμο, οι ανάσες τους βρωμερές από το τζατζίκι και το κοκορέτσι. Ρεύονταν ακόμα -οι κακόμοιροι- το έγκλημα, ώσπου ησύχασε επιτέλους η γειτονιά από το μεγάλο πάρτυ του αδηφάγου τραπεζώματος, έκλεισαν τα πατζούρια για τη μεσημεριανή ραστώνη, και τα ζωάκια βρήκαν επιτέλους το θάρρος να ξετρυπώσουν και να λιαστούν στον υπέροχο ήλιο του Θεού. Ούτε ένας καλοφαγάς δεν σκέφτηκε να πετάξει τα απομεινάρια του Λουκούλειου γεύματος σ’ αυτά τα δύστυχα πλάσματα.

Για άλλη μια φορά ο χρόνος γύρισε ξανά στο ίδιο νοσηρό και μη αναλώσιμο χτες.

Συνεχίζω να ζω στον ίδιο δρόμο… Εδώ, που η εκκωφαντική σιωπή του σύμπαντος -δίκαιη, στεγνή και δίχως άφεση- τον καθένα από μας περιμένει…

Photo by Roberto de Mitri

©T’ ∃⊥  A  T∃XT