Τορό

Ανάσα ήρθες και φύσηξε φτερανέμισμα αγγέλου μιας άλλης γης, αθώας, ανόθευτης, χωρίς συντηρητικά και τοξίνες, δίχως καπάκι ασφαλείας κι ημερομηνία λήξης. Γιατί ο αθώος δεν τελειώνει.

Ύστερα έζησες. Με τον ενθουσιασμό του νεοφερμένου, την άγνοια του αθώου, τη δροσιά της νέας ζωής, που δε φοβάται να δοκιμαστεί. Κι αυτή η περιέργεια, η επιβαλλόμενη γνωριμία με το άγνωστο, ο μεθυστικός κίνδυνος που καιροφυλαχτούσε να χάσεις στο παιχνίδι του ή να κερδίσεις το σεβασμό του. Έτσι γινόταν και έπαιρνες την παρτίδα ή έχανες το απόθεμα στις μάρκες.

Παιχνίδι ήταν κι έπαιζες στ’ αστεία και στα σοβαρά –ούτε κι εσύ ήξερες- αλλά έτσι διένυες τα μέτρα της ύπαρξης κι έτσι μεγάλωνες. Με κίνδυνο, έξαψη, αδρεναλίνη κι ενθουσιασμό. Τορό. Ήσουν πάντα ένα τορό –άγνωστη λέξη, ανύπαρκτη, μόνο για σένα όμως, γιατί κυλούσες σαν μπαλάκι στην κατηφόρα, που αφήνει πίσω του τον ήχο του ρο, ρο, ρο, σαν αεικίνητο ρολόι του χρόνου. Δίδαξέ με τον τρόπο να ζω, σου έλεγα πάντα, κάνε με λίγο σαν εσένα, κάνε με λίγο γυάλινη, κι ας σπάσω, σου έλεγα, φτάνει να μπορέσω για μια στιγμή να ζήσω στον κόσμο πιστεύοντάς τον, σου έλεγα, να ξεχάσω για μια στιγμή την αγριότητα και να κυλήσω με φανατισμένη άγνοια στα βάθη του.  

Τορό, κάνε με λίγο τορό. Με τα τόσα σύμφωνα, τα σκληρά, τα άναρθρα, τα άφωνα, έχω ξεχάσει πώς είναι να φωνάζεις, να ακούγεσαι, να παίζεις με την ηχώ σου στους τοίχους. Να μάθω κι εγώ πώς οι τοίχοι, αν γίνουν μέρος της ζωής, παύουν να είναι αδιέξοδα. Να ξεχάσω πως στον κόσμο λιγοστεύουν τα όμορφα, περισσεύουν οι απομιμήσεις, ξοδεύονται τ’ αληθινά, ώσπου στο τέλος θα ‘χει απομείνει μόνο μια γραφική γκραβούρα  της εποχής που μίσησε τον εαυτό της κι αυτοαναιρέθηκε εκούσια, μιας εποχής που αυτοκτόνησε άνανδρα και φοβισμένα. Όχι με το θάρρος της απόφασης ούτε με την ατιμωτική επιλογή της παραδοχής, αλλά με την ανοϊκότητα και τη γελοιότητα της επιλεκτικής αμνησίας. Ανάσα ήρθες και φύσηξε φτερανέμισμα αγγέλου μιας άλλης γης, αθώας, ανόθευτης, χωρίς συντηρητικά και τοξίνες, δίχως καπάκι ασφαλείας κι ημερομηνία λήξης.

Απόψε φεύγεις κι αφήνεις πίσω σου αυτόν τον κρυστάλλινο ήχο του ρο, όταν τρέχει στις άγνωστες κατηφόρες της ζωής, που μόνο οι άγγελοι γλιστράνε, απαλοί κι ελαφρείς σαν παρθένες κι αλώβητες συνειδήσεις. Ένα τοσοδούλι Τορό… Βάρος ενός κιλού και ούτε. Και πώς χωράει τόση σοφία σε μια ανάσα μια σταλιά, δεν έχω καταλάβει ακόμα…

Photo by Monika Malek

©T’ ∃⊥  A  T∃XT