Η ψυχαποσκευή

«Ξεπερνά τα επιτρεπτά όρια μεγέθους και βάρους», μου λέει ο υπάλληλος του αεροδρομίου του Heathrow, «δεν μπορείτε να το κρατήσετε ως χειραποσκευή!»

Και βέβαια είναι βαρύ! Είναι ό,τι μπόρεσα ν΄αρπάξω από την ευρωπαϊκή πρωτεύουσα σε κάρτες, βιβλία, αρκουδάκια του Paddighton, αναμνηστικά, μικροαντικείμενα, δώρα για μένα και τους ανθρώπους μου, με αγάπη, ενδιαφέρον, και την κρυφή, αναίτια και ανεξήγητη μανία να απογυμνώσω τη μεγαλούπολη από καθετί, για να χωρέσει σε μια βαλίτσα, που λαχανιάζει σαν υπέρβαρη γυναίκα! Γίνεται να χωρέσει η πόλη σε μια χειραποσκευή; Δε γίνεται!…

Μοιράζω τα βάρη, βρίσκω τρόπο να ταξιδέψουν τελικά τα περιττά του Λονδίνου, και περπατάω για τον σωματικό έλεγχο με το άγχος και την αγωνία του μεταφυσικού, και για πρώτη φορά χωρίς την αυτοπεποίθηση και τον εφησυχασμό της αθωότητας!… Βαθιά μέσα μου ξέρω πως, ακόμα και με τις ακτίνες Χ, η ανθρωπότητα βλέπει μόνο το δεδηλωμένο, το καταγεγραμμένο, το επιστημονικά τεκμηριωμένο, και νιώθω ότι εδώ, τώρα, θα αποκαλυφθεί περίτρανα η αδυναμία της να βρίσκει, να φωτίζει, να ταξιδεύει στην άβυσσό της…

(Όμως… αν τον βρουν;…)

Θέλω να γυρίσω δυο μέρες πίσω, στο Λονδρέζικο βράδυ της Πρωτοχρονιάς, πίσω, στον χείμμαρο των σκέψεων και των πράξεων που έδωσαν ταυτότητα στο 2007, μπροστά στο καινούργιο άνοιγμα, δίπλα στα 2007 ψέμματα, που αποχαιρετώ ανακουφισμένη… Το βράδυ της αλλαγής του χρόνου είναι πάντα το δημόσιο εξομολογητήριο, όπου τα πάντα παραγράφονται και συγχωρούνται, ο «αμαρτωλός» αυτοκαθαίρεται, απολαμβάνει τη μέθη της άφεσης, αφήνεται ενσυνείδητα στον παρασυρμό μιας λυτρωτικής πλάνης, και καταπίνει με δίψα το ψυχοϋπνωτικό ναρκωτικό, που τον κάνει να ξεχνάει πως σε δώδεκα μήνες από σήμερα, το μόνο που θα έχει πραγματικά αλλάξει θα είναι πως θα έχουν γίνει 2008 οι 2007 ενοχές του!…

(Είμαι έτοιμη να περάσω κάτω από το κουβούκλιο της θύρας επιβίβασης… Κι αν τον βρουν;…)

Στην πλατεία Τραφάλγκαρ θα γίνει το μεγάλο πάρτυ! Το Big Ben θα χτυπήσει δώδεκα φορές, ο Τάμεσης θα πλημμυρίσει χρώματα και το «Μάτι της χιλιετίας» θα πυρποληθεί από πυροτεχνήματα, έτσι… μόνο και μόνο για να χορτάσουν τα μάτια μας από τις  ακανόνιστες τεχνητές λάμψεις της εφήμερης και σύντομης νύχτας…Για να γίνω μέρος της εικόνας, ακολουθώ το πλήθος που ανοίγει από τώρα σαμπάνιες, γελάει, τραγουδά, βιάζεται, βιώνει την εκτόνωση της μανίας του, αδημονεί, μπλοκάρεται από τα διπλανά κορμιά – άγνωστα, ιδρωμένα κορμιά – σπρώχνει, αγνοεί και γίνεται η άμορφη μάζα μιας ψυχής που θέλει οπωσδήποτε να ξεχάσει. Ίσως και να ξεχαστεί…

Ενσωματώνομαι με εκατοντάδες ανθρώπους, εξομοιώνομαι, κάθε άγνωστο πρόσωπο γύρω μου γίνεται ο κλώνος ενός κυττάρου μου, στις τσέπες τους κουβαλούν τα κομμάτια μου, ξέρουν τι σκέφτομαι, ξέρω τι κρύβουν… Απόψε μας ενώνει η μεγάλη τύψη! Στα έγκατα της γης το μετρό ταξιδεύει για την εφήμερη ηδονή της 12ης βραδινής και τίποτα δεν θα σταματήσει αυτήν την διαδρομή της ανάγκης!

Έτσι νόμιζα… αλλά τότε… τον είδα!!!…

(Η υπάλληλος με πλησιάζει με διακριτικά διάφανα γάντια, αγγίζει, με ψάχνει, αναζητά το «ύποπτο» που προκάλεσε την αφύπνιση των ακτίνων που με διαπέρασαν και προκάλεσαν τον «ήχο κινδύνου»!… Τα χέρια της αγκαλιάζουν το μέρος της καρδιάς… Αν τον βρουν;…)

Αν στ’ αλήθεια πάνω στον πλανήτη έχει ορισθεί μια γωνιά για τον καθένα μας, αυτή σίγουρα ήταν η δική του!…  Δυο τετραγωνικά μέτρα γης σιωπηρά διαλεγμένα από τη μοίρα, να τραβούν το βλέμμα και να διαπομπεύουν τις συνειδήσεις…Έκθεμα μουσειακό στην προθήκη των ανθρώπινων απολιθωμάτων, μια έκταση αποφορτισμένη από προσχήματα και καταναγκασμούς, εκεί, στην έξοδο του σταθμού του μετρό, ένα μικρό κομμάτι του σύμπαντος έδειχνε ότι το πιο αποτρόπαιο τέλος της ζωής είναι αυτό που φτάνει χωρίς το εξαγνιστικό άγγιγμα του θανάτου!…

Κι αυτός γκρίζος, σκοτεινός, διαφορετικός, εξωκοσμικός, με μεγαλοπρέπεια μόνος, βαρύς από εκατοντάδες ασήμαντα, ένα μυστήριο συνοθύλευμα ανεξήγητων αντιφάσεων που τρομάζουν και απομακρύνουν…

Είδα την αδυναμία που αφοπλίζει, την ανημπόρια που καθηλώνει, τη δυσωδία που ντροπιάζει, τη συνθλιβή που ελευθερώνει, ένιωσα το δέος της άλλης όχθης, και, ναι!… ακροβάτησα για λίγο –για πολύ λίγο- στο σκοινί του! Μια φιγούρα στην έξοδο του μετρό, με μια σακούλα σκουπιδιών στην πλάτη αντί για σπίτι, δίπλα σε στρωσίδια νοτισμένα από ανθρώπινα σωματικά υγρά, χρεωμένος την μπόχα της κατάντιας του, απομεινάρι ζωής, στυγνός αποτιμητής στιγμών και ημερών, αλλά με μάτια σταθερά, καθάρια, περήφανα…

Το χέρι ποιου αγγέλου ή ποιου σατανά ήταν αυτό που τον έσπρωξε να διαλέξει εμένα, για να πλησιάσει, και να μου ζητήσει το εισιτήριό μου απεριορίστων διαδρομών, λίγο πριν το πετάξω;…

Όχι χρήματα, όχι τροφή, όχι τσιγάρο, αλλά ό,τι πιο φτηνό –κι άχρηστο πια- υπήρχε πάνω μου, σ’ εκείνο το μαγικά δικό μας δευτερόλεπτο της μυστικής συνενοχής, που έπλεκε δυο αγνώστους, τον έναν μέσα στην καρδιά του άλλου…

Σαν αόρατο νήμα… ένα εισιτήριο τρένου…

Καθώς το παίρνει, βλέπω στα μάτια του τον προσωπικό μου θεό που με συγχωρεί για όλα, μετατρέποντας σε δίαυλο ένα εξαθλιωμένο ανθρώπινο πλάσμα, και καταλαβαίνω πως το λιλιπούτειο χαρτάκι που αποκτά δεν είναι ένα εισιτήριο τρένου…

Είναι μια καινούργια γωνιά πιο καθαρή και  πιο ανθρώπινη, ένα καινούργιο σπίτι, ένας καινούργιος προορισμός, μια υπόσχεση ζωής –έστω και… λίγης ακόμα…- όνειρο που σαρκώνεται… Το χαρτάκι μου θα γίνει το μαγικό του χαλί, που θα τον ταξιδέψει στη δική του Νέα Γη, στον δικό του νέο εφησυχασμό… κι ας είναι εφήμερος, ας είναι πρόχειρος, ας είναι αβέβαιος…

Δεν πρόκειται να ψάξω σε ταξιδιωτικό οδηγό, για να βρω αυτήν την γήινη εξωτική αγκαλιά, που θα κατασιγάσει την αγωνία του και σε λίγο καιρό θα γίνει ο νέος του φόβος.  Δεν είναι μακριά. Είναι απλώς κάποιος διπλανός σταθμός…

 Όλα τα ταξίδια αυτού του ανθρώπου έτρεξαν πάνω σε ηλεκτροφόρες ράγες, όλα του τα «αυριανά σχέδια» ήταν σχεδιασμένα στην κόκκινη γραμμή, αναρτημένα σε κάποιο τοίχο του σταθμού, όλα του τα όνειρα ήταν δικαιωμένα μόνο από την απλή επιμονή του να τα βλέπει… αλλιώς ίσως κι αυτά να τον είχαν εγκαταλείψει!…

Θέλω να τον ρωτήσω το όνομά του… γιατί όμως;… πώς να το θυμάται;…

Σε κάποιο μακρινό «κάποτε» κάποιος τον είχε φωνάξει για τελευταία φορά… αλλά ποιος;…

Φεύγω αφήνοντας πίσω μου το σημείο εκείνο που ρούφηξε σαν αδηφάγο θηρίο τα απομεινάρια μια ανθρώπινης παρακμής, ξέρω ότι ως αύριο θα έχει σβηστεί από μια βροχή, από ένα συνεργείο καθαριότητας, από χιλιάδες πατήματα που θα απορροφήσουν τις οσμές, και κατανοώ ότι ο λόγος που φορτώθηκα απόψε αυτήν την περίεργη και οδυνηρή ψυχαποσκευή, ήταν επειδή αυτός ο άνθρωπος έπρεπε επιτέλους να έχει υπάρξει!…

Είμαι σίγουρη πια πως το πλάσμα αυτό γεννήθηκε σε εκατοντάδες μικρά, διάφανα κομμάτια, για να μη ζήσει παρά μόνο μοιρασμένο και κρυμμένο σε ψυχές…

Βρίσκω έναν ψυχικό ιστό δονούμενο, παλλόμενο κι ακόμα ζωντανό –ίσως ο μόνος που μου έχει απομείνει- και τον κάνω μήτρα, να κρύψει και να προστατέψει το κομματάκι αυτού του ανθρώπου που μου αναλογεί…

(Κι από σήμερα ταξιδεύω με την αγωνία του λαθρέμπορου, κουβαλώντας ισόβια ένα παράνομο φορτίο, διαχρονικά επικηρυγμένο ως λίαν επικίνδυνο για τη δημόσια συνείδηση!…)

Photo by Mari Mahr

©T’ ∃⊥  A  T∃XT