Όπου δεν υπάρχει θεός…

Οι μεγάλοι αφήνουν βαριές πατημασιές στα βρώμικα πεζοδρόμια. Τα παιδιά υπνοβατούν διάφανα. Πάνω από τα πεζοδρόμια.

Καμιά φορά οι μεγάλοι γίνονται παιδιά. Για λίγο. Αλλά κάποιες φορές αρκεί το λίγο! Ούτε πρόλογοι λοιπόν, ούτε επίλογοι ούτε «φτιασίδια» – κατά πως λέει ο ποιητής – γι’ αυτήν την ιστορία. Η ιστορία, όπως συνέβη. Για να ΄ναι σαν τις ιστορίες των παιδιών.  Απότομη. Λίγη. Στεγνή.

Γράφοντας , θα προσπαθήσω να μη «μεγαλώσω». Να μείνω στην ηλικία που φανταζόμουν το Κακό τρομερό, φρικαλέο και με το Κ κεφαλαίο, έτσι, όπως μου το μάθανε από μωρό.

Το Κακό ήταν χωμένο μέσα σε μια εικόνα της εκκλησίας. Μια εικόνα τεράστια – έτσι μου φαινόταν τότε- με βαριά, σκαλιστή κορνίζα από ασήμι. Δεσπόζουζα, επιβλητική, μεγαλειώδης. Δαντική!

Ύψωνα τα μάτια μου κι έβλεπα τις ψυχές του Παραδείσου προσωποποιημένες. Με έκφραση  γαληνεμένη, σώματα ήσυχα, κινήσεις ταπεινές. Λυτρωμένες κι ευτυχισμένες ψυχές, λουσμένες από φως και Παράδεισο, που, -όσο μακρινός κι αν μου φαινόταν τότε ο θάνατος- ήξερα πως μόνο εκεί ήθελα να πάω! Και κρατούσα τα μάτια μου εκεί, πεισμωμένα κι ακίνητα, μέχρι που δάκρυζαν, γιατί δεν άντεχα άλλο να τα κρατάω ανοιχτά. Κι έλεγα μέσα μου «μην κοιτάξεις κάτω, μην κοιτάξεις κάτω».

Αλλά ήξερα πως θα κοιτάξω! Στο κάτω μέρος της εικόνας… Και κοιτούσα! Κι έβλεπα την Κόλαση με τους αμαρτωλούς να καίγονται σε Δαντικές πυρές, με τα κορμιά γδαρμένα από τις φλόγες, με τα στόματα ορθάνοιχτα από το φρικτό μαρτύριο του πόνου, και με τη μετάνοια στο παρά πέντε, που όμως δεν ήταν πια αποδεκτή και άρα, ούτε εξαργυρώσιμη… Πάντα μετά την Κυριακάτικη λειτουργία γυρνούσα στο σπίτι τρομαγμένη. Πάντα τα Κυριακάτικα βράδια έμενα άυπνη…

Μετά ξημέρωνε η Δευτέρα. Κι έχυνα κρυφά το γάλα μου στο νεροχύτη, και «ξεχνούσα» να πω πως δε διάβασα Γεωγραφία, κι έλεγα ψέματα στη μαμά,  και  φτάνοντας στο Σχολείο κλωτσούσα κατά σύστημα την διπλανή μου κάτω από το θρανίο, και της έλεγα ψέματα πως δεν το ήθελα, κι αν με μάλωνε η δασκάλα, τη ζωγράφιζα σαν τους διαβόλους της Κόλασης, που είχα δει στην εικόνα την προηγούμενη μέρα.  Και μετά ξανάλεγα ψέματα. Στη δασκάλα που είχα ζωγραφίσει!

Όλη τη βδομάδα έκανα συλλογή από αμαρτίες. Το βράδυ του Σαββάτου μετάνιωνα. Το πρωί της Κυριακής αντιμετώπιζα την εικόνα. Και κάθε Χριστούγεννα έγραφα μακροσκελέστατα γράμματα στον Άγιο Βασίλη και του ζητούσα δώρα δηλώνοντας πόσο καλό και υπάκουο παιδάκι ήμουν όλη τη χρονιά.  Ενυπογράφως παρακαλώ.  Και βέβαια… ψευδώς!

Ψέματα και στον Άγιο δηλαδή;… Ε, αυτό πήγαινε πολύ! Και κάπως έτσι, στα όγδοα Χριστούγεννα της ζωής μου προτίμησα να αποφασίσω πως «δεν υπάρχει» και να τον αρνηθώ οριστικά!

Ύστερα μεγάλωσα. Κι εκεί που νόμιζα πως το Κακό γράφεται ακόμα με το κεφαλαίο του Κ να κραδαίνει την απειλή και τον φόβο, το είδα! Όπως είναι. Κι από τώρα και στο εξής δε θα το γράφω με Κ κεφαλαίο. Θα το γράφω με το κ μικρό. κακό!

Για να είμαι πιο ακριβής, θα το γράφω έτσι:  κακό. Διότι το κακό είναι μια σταλιά.

Έχει λιγνά χεράκια, που κρέμονται από ώμους τρεμάμενους κι ασταθείς. Ποδαράκια κοκαλιάρικα, που ισορροπούν με κόπο και αγωνία. Κινήσεις βαρετές κι αργόμισθες. Με του θρήνου τον ρυθμό. Με την ακαμψία του παραδομένου στη φθορά και τη σήψη. Κορμί που δε χαλαρώνει, δεν λικνίζεται, δεν ανταποκρίνεται στο απαλό αεράκι, στον έρωτα, στο αντάμωμα, στο αστείο, στο θόρυβο. Κορμί αλύγιστο, λες και κάνει πρόβα για την ύστατη του στάση, του θανάτου.

Το κακό κοιτάζει θολά. Και πάντα μέχρι εκεί που βλέπει μόνο τον εαυτό του. Άρα λοιπόν, θολά και αυτάρεσκα. Το κακό δεν γελάει παρά μόνο αν χρειαστεί. Άρα σπάνια και με κόπο. Απλώνει τα χείλη, αφήνει να φαίνονται τα δόντια του. Αλλά δεν γελάει. Γιατί δεν γελάνε τα μάτια του.

(Προσέχουμε σε τέτοιες περιπτώσεις… Εδώ η μάσκα δεν κρύβει. Εδώ η μάσκα… είναι!)

Το κακό ζει δίπλα μας. Τρέφεται με τρυφηλές μερίδες, σοκολάτες και λιχουδιές και καταπίνει βότανα, δυναμωτικά και βιταμίνες. Προσπαθεί το δύστυχο, με κάθε τρόπο, να αποκτήσει όγκο, εκτόπισμα, εμβέλεια. Αλλά οι βιταμίνες διαλύονται, πριν φτάσουν καν στον οισοφάγο, τα βότανα εξατμίζονται, τα δυναμωτικά ατονούν και κάθε τροφή χωνεύεται ακαριαία κι αποβάλλεται με βιασύνη, λες και δεν αντέχει να μείνει περισσότερο σ΄αυτήν την μαύρη τρύπα που ξεχειλίζει δηλητήριο.

Δεν υπάρχει τίποτα φιλόξενο σε σωθικά και κύτταρα που εκρέουν τοξίνες, γιατί η  μόνη τροφή που μπορεί να θρέψει το κακό είναι η ίδια του η τοξική ψυχή! Ούτε το ίδιο δεν κατάλαβε πότε άρχισε να τη ροκανίζει με τον διακριτικό τρόπο του τρωκτικού κι ύστερα να την καταβροχθίζει με την θορυβώδη βουλιμία του θηρίου. Τώρα σκοτώνει τον εαυτό του με αθώα υπομονή.

Το κακό πάντως – τι παράξενο – μπορεί και βυθίζεται σε ήσυχο ύπνο. Λίγο πριν νυστάξει για τα καλά, φέρνει τη μοχθηρία του περήφανα στο μυαλό του και κλείνει τα μάτια του χορτάτο, ενώ κάθε πρωί αναρωτιέται γιατί το πρόσωπό του αποστρέφεται τον καθρέφτη…

Έπρεπε να μεγαλώσω τόσο πολύ, για να δω καθαρά κάποια από τα «πρόσωπα» της κόλασης από εκείνη την εικόνα της εκκλησιάς. Γνωστά, καθημερινά, συνήθη κι αμετανόητα – στην καλύτερη περίπτωση μετάνοια μεταθανάτια, μη εξαργυρώσιμη ούτε καν με δόσεις στην πιστωτική –

Κι έπρεπε να γράψω σαν παιδί, για να θυμηθώ πως «όπου δεν υπάρχει θεός, τα πάντα επιτρέπονται»

Photo by Dora Maar

©T’ ∃⊥  A  T∃XT