Ρωμαίος

Αλλά στατικοί, κάθετοι στην ημέρα

εκείνοι επαγρυπνούν. Είναι μούμιες ή φάσματα;

Θεοί ή δαίμονες;

Κι ήσουν εσύ, Σμινθέα, πάντα όμορφε

και πάντα νέε,

εσύ που μόνο εμφανίζεσαι στο καλό.

Horacio Castillo – Οι γάτοι της Ακρόπολης (απόσπασμα)

Κάποιες ψυχές γεννιούνται μόνες.

Περνούν τη ζωή τους μόνες, επιβιώνουν μόνες, δρουν κι αποφασίζουν μόνες. Ασυγχρόνιστοι καουμπόηδες των πόλεων, σκιώδεις διαβάτες του αστικού λαβύρινθου, αρνητές της συνήθειας και του εφησυχασμού.

Αυτό ακριβώς υπήρξε ο Ρωμαίος μας. Κοκκινοτρίχης με καταπράσινα μάτια κι ένα λευκό -σήμα κατατεθέν- στο κέντρο της πλάτης του, αεικίνητος, δραστήριος, τολμηρός, περίεργος, ακόρεστος, πηγαίος, αυθεντικός και ειλικρινής. Δεν είχε τίποτα από τα τυπικά χαρακτηριστικά της γάτας, κι από μωρό ακόμα αρνήθηκε να ενταχθεί στην κατηγορία του είδους του. Ο Ρωμαίος γεννήθηκε ηγέτης χωρίς να επιθυμεί να έχει πιστούς, έμεινε πεισματικά προσηλωμένος στην ανεξαρτησία του, και δεν μοιράστηκε την ελευθερία του ακόμα και τις φορές, που το τίμημα θα μπορούσε να είναι η ίδια η ζωή του.

Σαν παιδί απόλαυσε τις συγκινήσεις του οικοδομικού τετραγώνου του, και σαν έφηβος αποφάσισε να ανακαλύψει τι κρύβεται γύρω απ’ αυτό. Μαγεμένος από το άγνωστο αφουγκραζόταν τους ψιθύρους του γύρω κόσμου, που τον καλούσε με σαγήνη, τον υπνώτιζε, τον παρέσυρε… Πειρασμοί, Σειρήνες, κρυμμένοι θησαυροί και πύλες με μυστικά και θαύματα, αχαρτογράφητοι προορισμοί και μέσα σ’ όλα η αδηφάγα περιέργεια της φύσης του. Κι έτσι αναπάντεχα ο Ρωμαίος εξαφανίστηκε…

Την πρώτη μέρα ανησύχησα αλλά του είχα εμπιστοσύνη. Τη δεύτερη μέρα ανησύχησα αλλά του είχα εμπιστοσύνη. Την τρίτη μέρα ανησύχησα αλλά του είχα εμπιστοσύνη.

Και κάποιο βράδυ άκουσα το κάλεσμά του με τη γνώριμη βραχνή χροιά, έτρεξα σε κείνη τη γωνιά που πρόβαλε το κεφάλι του, κι εκείνος αποκαλύφθηκε γενναία -όπως πάντα- βαριανασαίνοντας και σέρνοντας το μπροστινό του ποδαράκι.

Η πρώτη ιατρική διάγνωση ήταν παράλυση λόγω δυνατού χτυπήματος στο κεφάλι -από σκυλί, από κλωτσιά, από γκαραζόπορτα, από αυτοκίνητο… κανείς δεν ξέρει…- κι ο Ρωμαίος άρχισε να χαπακώνεται καθημερινά με νευρολογικά φάρμακα, και να αρνείται να τα καταπιεί, και να σπαρταράει με το πόδι του να κρέμεται σαν άχρηστο περίσσευμα του κορμιού του, που σέρνεται στις πέτρες, τις βρωμιές και στα χώματα, και μαυρίζει σιγά σιγά, συρρικνώνεται,  φεύγει το δέρμα καταντά μια απλή προέκταση νεκρής σάρκας. Σε λίγο καιρό θα έκανε την εμφάνισή της η γάγγραινα.

Η δεύτερη ιατρική αντιμετώπιση ήταν μια απλή, συνοπτική, αποτελεσματική επιλογή: Ακρωτηριασμός και στείρωση!

Ο Ρωμαίος μας έζησε την προσωπική του Οδύσσεια έναν χρόνο και κάτι. Προσαρμόστηκε στην καινούργια του κατάσταση γρήγορα, συνέχισε να αναζητά, να εξερευνά, να ανακαλύπτει, να μαθαίνει, να διψά για εμπειρίες και ζωή, να τρέχει και να σκαρφαλώνει, να διεκδικεί τροφή και χάδι με τη χαρακτηριστική του βραχνάδα, κι ύστερα να φεύγει πάντα μόνος, χωρίς να κοντοστέκεται, να διχάζεται, να γυρίζει το βλέμμα πίσω.

Δεν μου άφησε ποτέ περιθώρια να αναρωτηθώ αν του λείπει το κομμένο ποδαράκι του ή αν αναπολεί τις γενετήσιες ορμές του. Συνέχισε χωρίς να έχει σταματήσει ποτέ, κλέβοντας από όλους μας το -αμφιβόλου ποιότητας- ποταπό συναίσθημα του οίκτου, συνειδητά ασυγχρόνιστος cowboy της πόλης του, φανατικός τυχοδιώκτης κι εξερευνητής, Ομηρικός Οδυσσέας στιγμών επικών μιας ζωής μικρής αλλά -τελικά- γεμάτης.

Προχτές τον χτύπησε αυτοκίνητο… Τον άκουσα να βογκάει, τον είδα να σέρνεται ηρωικά, στροβιλίζοντας από τον πόνο, να αγωνίζεται να ανέβει στο πεζοδρόμιο, για να φτάσει στο μπολ με το νεράκι, να κουρνιάζει αιμορραγώντας σ’ αυτήν την αγαπημένη του γωνιά, και γύρω του ακροπατώντας σε έναν αυστηρά ελεγχόμενο κύκλο οι τετράποδοι φίλοι του να συντροφεύουν με σεβασμό τις τελευταίες του ανάσες.

Λίγα λεπτά ακόμα… κι απελευθερώθηκε η ελεύθερη ψυχή του δικού μας Οδυσσέα στην Ιθάκη της…

©T’ ∃⊥  A  T∃XT