Το βλέμμα

Ο Περικλής έφτασε στο σπίτι τον Αύγουστο του 2015, λίγες μόλις μέρες μετά τη γέννησή του. Για την ακρίβεια στο σπίτι μου. Και για την ακόμα μεγαλύτερη ακρίβεια, δεν έφτασε. Τον έφερε μια ‘καλή και πονόψυχη κυρία’, που ‘βοηθά’ τα ζώα παρατώντας τα στις πόρτες των άλλων… Φαινόμενο σύνηθες, πρόκειται για ένα υβρίδιο ‘φιλοζωΐας’, πολύ συμφέροντος και βολικού, χωρίς ψυχική προκαταβολή και συνειδησιακή επιβάρυνση, το οποίο ταυτόχρονα εξασφαλίζει ελαφρύ ύπνο δίχως τύψεις.

‘Έχεις αδέσποτες γατούλες που ταΐζεις’, μου λέει, ‘και πολλές απ’ αυτές έχουν γεννήσει’, μου λέει, ‘άρα κάποια απ’ όλες θα το υιοθετήσει’, μου λέει, ‘εδώ έχει ελπίδες να ζήσει’, μου λέει, και σταμάτησε, μάλλον επειδή μυρίστηκε κεραυνούς!

Μην τα πολυλογώ. Το παράτησε, το ορφανό, στη μέση του τσιμέντου της πρασιάς, βορά στα αδέσποτα σκυλιά και σε ανθρώπους του είδους της, ξορκίζοντας δόλια τους όποιους δαίμονες της αμφισβητούμενης ανθρωπιάς της -έτσι νόμιζε τουλάχιστον, γιατί ακόμα κι οι δαίμονες τον εμπαιγμό τον απεχθάνονται, κυρά μου!

Πήρα το μικρούλι στα χέρια μου, με την επώδυνη επίγνωση πως δύσκολα θα κατάφερνα να το κρατήσω στη ζωή. Καμιά περίπτωση να μπει στο σπίτι, με μια σκυλίτσα ορκισμένη εχθρό των γάτων, που στη θέα τους αλυχτούσε από μανία κι έτρεμε από οργή. Εγώ σε απόγνωση, κι αυτό παγωμένο, άρρωστο, ξερακιανό, κατάμαυρο από βρωμιά κι ακαθαρσίες, και τυφλό, με δυο ματάκια ξεχειλωμένα και κίτρινα από πύον, σχεδόν ολοκληρωτικά τυφλά… Μόνοι οι δυο μας πια, αργά εκείνο το βράδυ του Αυγούστου, σε μια πόλη με καύσωνα, άδεια, σκοτεινή, πνιγηρή κι αφιλόξενη. Το έκρυψα καλά μέσα στον παχυλό θάμνο ενός παρτεριού κάτω από το μπαλκόνι μου, και κρεμάστηκα από μια τελευταία τρελή ελπίδα, πως ναι, ίσως μια πονόψυχη λεχώνα γάτα το λυπηθεί, το θηλάσει, το προστατέψει, το υιοθετήσει…

Ύστατη επιλογή… να περιμένω.

Μπήκα στο σπίτι κλείνοντας την πόρτα πίσω μου, ακούγοντας για πρώτη φορά εκείνο το ‘νιάου’, κι ύστερα κι άλλο, κι άλλο,  νιάου κοφτά κι αργόσυρτα, νιάου σθεναρά και ξεψυχισμένα, νιάου ντροπαλά και αναιδή, νιάου, νιάου, νιάου, ένα σωρό νιάου σε όλες τις συχνότητες της απελπισίας και της απόγνωσης. Ήξερα πως αυτός ο ήχος του φόβου, της πείνας, της εξάντλησης, του πόνου και της μοναξιάς, που μάλλον θα καταδίωκε τον ύπνο μου για μια ολόκληρη ζωή, ξεκινούσε από απόψε!

Μόνο όταν μια ολόκληρη νύχτα πέρασε με τη δική του και δική μου αϋπνία στο κόκκινο, τότε κι εγώ απώλεσα κάθε δύναμη αντίστασης, την ίδια στιγμή που εκείνο χωρίς να το ξέρει, άδραχνε την τελευταία του ελπίδα επιβίωσης. ‘Κέρδισες’ είπα, κι άρπαξα ένα κουτί παπουτσιών τρέχοντας να το προλάβω, με την έξαψη μικρού παιδιού, μεσάνυχτα Χριστουγέννων. Πρόλαβα τον μικρό αγωνιστή αξημέρωτα ακόμα, λίγο πριν καταφέρει να βγει στο δρόμο, την ίδια στιγμή που το πρώτο πρωινό λεωφορείο διένυε την καθημερινή του διαδρομή. Η βαριά ρόδα του κυλούσε με θόρυβο, πλησίαζε, έφτανε… κι εκείνο τρέκλιζε, έπεφτε, σηκωνόταν, ξανάρχιζε. Και δίδασκε! Με δίδασκε!

Το άρπαξα, μπήκε στο κουτί. Ξάπλωσε. Κανονικά θα ‘πρεπε να κλείσει τα κίτρινα διογκωμένα του μάτια, μα εκείνα είχαν τόσο παραμορφωθεί από το πύον, που δεν έκλειναν πια. Έτσι, με τα ματάκια του ανοιχτά και παραμορφωμένα, κοιμήθηκε για ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο ακούνητο, εξουθενωμένο και ημιθανές.

Όταν κάποτε ο Περικλής ξύπνησε, βαφτίστηκε με δόξα, τιμή, ακαριαία και παμψηφεί, με όνομα στιβαρό σαν το πείσμα του και αθάνατο σαν την ιστορία του -δεν ταίριαζε κανένα όνομα χαριτωμένο, χαδιάρικο, τρυφερό και ζουζουνίστικο στο πλάσμα που επέβαλε σιωπηλά την παρουσία του ακόμα και στην -τι να κάνουμε τώρα μ’ αυτό που μας έλαχε- σκυλίτσα μου.

Είναι ακόμα εδώ, στο σπίτι του, πάντα αδιαπραγμάτευτος και ηγετικός. Έχει όλα όσα στερήθηκε, εκτός από τα μάτια του, που χύθηκαν μαζί με το γλοιώδες πύον που τα ροκάνισε. Δεν είμαι σίγουρη αν πρόλαβε να δει έστω και κάτι ασήμαντο από τον κόσμο που βρέθηκε. Μα να, είναι που νιώθω καμιά φορά πως ένα παράπονο τον τρώει…

Να ‘χει νικήσει το θεριό, χωρίς να το μετρήσει με το βλέμμα…

©T’ ∃⊥  A  T∃XT