
Απ΄όταν είδε ο πρωτόπλαστος Αδάμ τη νύχτα και τη μέρα,
και του δικού του χεριού το σχήμα
Ο άνθρωπος φτιάχνει και αποτυπώνει ιστορίες,
σε πέτρα, μέταλλα, ή περγαμηνές
Ό,τι περιβάλλει τη γη ή πλάθει τα όνειρα
Κι αυτός είναι ο καρπός του έργου του: η βιβλιοθήκη….
Αν καεί, λένε οι άπιστοι
Θα καεί η ιστορία. Κάνουν λάθος.
Ο αδιάκοπος, ο ανθρώπινος μόχθος έδωσε ζωή στα αναρίθμητα βιβλία.
Ακόμα κι αν δε μείνει ούτε ένα
Ο άνθρωπος θα ξανασχηματίσει κάθε λέξη και κάθε σελίδα.
Jorge Luis Borges (Για τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας)
.
.
.
.
.
Θλιβερό και απευκτέο αλλά πιθανό… Ας τολμήσουμε να αποδεχτούμε πως στον «μετά καταστροφή» πλανήτη, Νέοι Άνθρωποι θα εμφανιστούν και θα περπατήσουν αβέβαια και φοβισμένα -όπως κι εμείς κάποτε- σε άγνωστο τοπίο. Αθώο τοπίο. Ανέγγιχτο. Παρθένο. Ανυποψίαστο. Λευκό χαρτί, σε νεογέννητους καιρούς, που ακόμα δεν έχει επινοηθεί το χαρτί.
Τους φαντάζομαι να ψάχνουν σημεία ασφαλή, για να κουρνιάσουν και να κρυφτούν, χωρίς να έχουν ιδέα για την αυτοκρατορία που είχε χτίσει το ανθρώπινο γένος, πριν απ΄αυτούς. Να προετοιμάζονται σιγά σιγά για τις πρώτες τους εκπλήξεις…
Τον ήλιο που θα κρυφτεί από μια έκλειψη, το κύμα που θα τους πνίξει, τον κεραυνό που θα τους κάψει, τη λιμνούλα με το νερό που θα τους δείξει το πρόσωπό τους, αν σκύψουν από πάνω της.. -ίσως, αν σκύψουν λίγο περισσότερο, να πέσουν στο νερό και να πνιγούν, κι ύστερα να φτιάξουν μια ιστορία για τον δικό τους Νάρκισσο.
Σαν να τους βλέπω να αναρριγούν από δέος για κάθε άγνωστο κι αφιλόξενο, να αρχίζουν να σκαλίζουν ξανά στα σκληρά, πετρώδη τοιχώματα των σπηλαίων, να φτιάχνουν τους μύθους τους και να ξορκίζουν τους φόβους τους. Να ψάχνουν, χωρίς να ξέρουν ακόμα τι αναζητούν, και κάποτε να ανακαλύπτουν ξανά τη φωτιά. Τον τροχό. Το ξύλο. Την πέτρα. Το ακριβό μάρμαρο.
Να φτιάχνουν τους θεούς τους, χωρίς να έχουν ιδέα για το βασίλειο του Ολύμπου. Να βλέπουν τον ορίζοντα και να νομίζουν πως σ΄αυτό το κόψιμο της γης και του ουρανού τελειώνει ο κόσμος. Να αναζητούν και να βρίσκουν άκρες της γης, άλλες απ΄αυτές που πάτησε ο Οδυσσέας. Να πολεμάνε μεταξύ τους για μια γωνιά και να αναγνωρίζουν κι αυτοί τους προδότες και τους ήρωές τους. Τίποτα απ΄τον τον Αχιλλέα… Να καταδικάζουν τον Σωκράτη τους, να κατηγορούν τον Γαλιλαίο τους, να σταυρώνουν τον Χριστό τους.
Να πεθαίνουν.. και να κατασκευάζουν με το μυαλό τους τον δικό τους Άδη. Κάποια στιγμή να ξεθάβουν εν αγνοία τους απομεινάρια του δικού μας καιρού, τότε που ακόμα τον διανύαμε, ανόητοι και εγωπαθείς, κι ούτε λόγος για την πιθανότητα να υπάρχει αυτός ο κόσμος χωρίς εμάς.
Να βρούνε –λέει- κάποτε, τυχαία, απομεινάρια της γραφής μας, αλλά –τι κρίμα- να μην μπορούν να τα αποκρυπτογραφήσουν. Άπειρα σύμβολα, ακατανόητα, μισοσβησμένα, δυσανάγνωστα… Σαν να βλέπω τη Νέα γενιά των παλαιογράφων να περνά δεκαετίες πάνω από μια θάλασσα συμβόλων, μόνο και μόνο για να αναπλάσει το δικό μας παρελθόν, και τους αρχαιολόγους να ξεθάβουν τα κοκαλάκια μας και να χρονολογούν τα κρανία μας.
Θα περάσει ξανά ο καιρός. O άνθρωπος θα περπατήσει τα ίδια βήματα. Δε θα του αρκεί το χώμα που πατάει. Θα το σκάψει για να βρει τι κρύβει κι ύστερα θα στρέψει το βλέμμα στον ουρανό, θα απογειώσει τον δικό του Δαίδαλο στα σύννεφα, ακόμα κι αν πρόκειται να θυσιάσει τον δικό του Ίκαρο στο βυθό του πελάγους. Θα χτίσει τα σπίτια του σε απόκρημνα βουνά και σε άνυδρες ερήμους, θα τολμήσει να ζήσει κοντά σε άγρια θηρία και κρατήρες ηφαιστείων, και πάντα κάτι στο DNA το ανθρώπινο θα στοχεύει στο αδύνατο, θα αναρωτιέται, θα ανακαλύπτει, θα μεθά από κάθε καινούργια εμπειρία και θα τολμά το λάθος.
Κάτι από μας ίσως να έχει απομείνει και να κοσμεί τις προθήκες των μελλοντικών μουσείων της ανθρωπότητας. Κάποια περάσματα δικά μας ίσως ακόμα υπάρχουν, να τα διανύουν οι τουρίστες του μέλλοντος, με τα σακίδια στην πλάτη, τρώγοντας παγωτό. Κάπου στην άκρη πιθανόν να υπάρχει και μια ταμπελίτσα, που θα συνιστά σεβασμό στον αρχαιολογικό χώρο: «Μην αγγίζετε, μη λερώνετε, μη φωτογραφίζετε»
Και κάτι θα έχει απομείνει θαμμένο στα έγκατα της γης, στους βυθούς των θαλασσών ή όπου αλλού δε θα σκεφτεί κανείς να ψάξει.
Photo by Alexey Titarenko
©T’ ∃⊥ A T∃XT