Τίποτα σπουδαίο, μια αδαής είμαι, που μιλά για πράγματα που ίσως κανέναν δεν ενδιαφέρουν και κανέναν δεν αφορούν. Κοπιαστικό μεράκι μάλλον, μοναχικό κι ανάδρομο.
Μ’ αρέσει όμως να στριφογυρίζω γύρω απ’ τις σκιές των ανθρώπων, ψάχνοντας μια κίνηση, ένα νεύμα, ένα μορφασμό, μια βιαστική λέξη- όλα όσα ξεστρατίζουν από τον έλεγχο του σώματος και του μυαλού κι αποκαθηλώνουν αυτά που οι άνθρωποι προβάλλουν ως εκθέματα κοινωνικών συμπεριφορών σε γυάλινες μουσειακές προθήκες. Μ’ αφήνει παγερά αδιάφορη το έντονο φως, τότε που η πραγματικότητα λογοκρίνεται και φιλτράρεται προσεκτικά, για να μετα(παρα)μορφώσει το πρόσωπό της, έτσι όπως κάνει το νυστέρι ενός έμπειρου πλαστικού.
Για τον ίδιο λόγο μ’ αφήνουν παγερά αδιάφορη κι οι άνθρωποι που μπορούν να κοιμούνται -ακόμα και όρθιοι- με τη λάμπα αναμμένη και τα μάτια ορθάνοιχτα, βλέποντας όνειρα προκάτ, αρχειοθετημένα, υψηλής ευκρίνειας, δίχως τις σκιές του ανθρώπινου ύπνου, αλλά -ίσως γι’ αυτόν το λόγο- στεγνά, αφυδατωμένα, άνυδρα.
Λογικό. Πόσο αληθινό μπορεί να είναι κάτι που τυφλώνει τη φαντασία? Δε θα είχα αντίρρηση να την υπνωτίζει, αλλά… να την τυφλώνει? Άστο…
Είναι κι αυτές οι λέξεις του Βασιλικού, που εμφανίζονται μέσα από τα σύμβολα της γραφής σαν σκιές της πραγματικότητας -ποιο το σημαίνον?.. ποιο το σημαινόμενο?..- ‘γραφοσκιάσεις’ ανύπαρκτες στα λεξικά, αιωρούμενες κι εκκρεμείς ανάμεσα στην αλήθεια και στο υπονοούμενο. Αυτόπτης μάρτυρας πουθενά… – ακόμα κι αν υπήρχε, θα είχε πάψει να επιμένει πια.
Μόνη επιλογή, να γράψω για τους αθώους. Να το παλέψω τουλάχιστον, μιας και στο bra de fer με το ζωντανό κείμενο -που ήδη υπάρχει πριν καν το αντιληφθώ- δεν έχω νικήσει ούτε μια φορά.
PS: Αγαπώ το μαύρο, επειδή είναι αδιαπραγμάτευτο. Το λευκό, επειδή είναι τίμιο. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους λατρεύω τις γάτες.