
Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ’ αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκιά στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ’ τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
Ποτέ από δω και πια!
Edgar Allan Poe
/Το Κοράκι/ Απόσπασμα/
Γεννιούνται οι άνθρωποι με μια Αγχόνη στο λαιμό. Κρατά την ανάσα τους μικρή, και το κεφάλι τους ενέχυρο, τη σκέψη τους στεγνή και τον λόγο τους δοσίλογο, τη ζωή τους όλη μη αναστρέψιμα αιχμάλωτη μιας σκοτεινής κι αναίτια Κακίας.
Μια διάφανη Αγχόνη, καλοσμιλεμένη, με ψίγματα κοσμικής ύλης, αιωρούμενα στου χάους την απλωσιά και την παγωμάρα – μουσειακό έργο τέχνης, παλιό, όσο κι η δημιουργία του κόσμου.
Αξία -θεωρητικά- ανεκτίμητη.
Θα μπορέσει κάποιος να την πουλήσει, μόνο αν ξύσει με γενναιότητα κομμάτια δέρματος, αν ανοίξει φλέβες και αιμοφόρα αγγεία, αν σκάψει λαγούμια στα εγκεφαλικά κύτταρα, αν ματώσει τον καρδιακό ιστό, κι αν αποκαλύψει αποθέματα Ψυχής του πρόσκαιρου σαρκίου του.
Στο μεταξύ ζυγίζεται ανά λεπτό, εκτιμάται, αποτιμάται, κρίνεται.
Να ‘σαι έτοιμος για την ώρα της δημοπρασίας, τότε που η Κακία σου θα αποκτήσει την επίσημη και τελική τιμή της:
Πρώτη τιμή… ένα – πρώτη τιμή… δύο – πρώτη τιμή… τρία….
Το μικρό σφυράκι θα χτυπήσει στο τραπέζι. Τέλος της διαδικασίας!
Η Αγχόνη σου απέμεινε ανεπιθύμητη κι απούλητη στο δημοπρατικό τραπέζι, κι ο Μοναδικός Συλλέκτης στην αίθουσα τη σήκωσε επίσημα, και με την απάθεια του επαγγελματία δημίου, την έσφιξε στον άκαμπτο, αμετανόητο λαιμό…
Photo by Angela Bacon Kidwell
©T’ ∃⊥ A T∃XT