
Σ’ αυτόν τον τόπο δε φυσούσε ποτέ. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν στον Πέτρο. Δε φυσούσε, ακόμα κι αν τα δέντρα λύγιζαν κι η θάλασσα άφριζε μανιασμένη. Ούτε καν μια σταλιά δροσιάς, ένα απαλό άγγιγμα αέρα στο πρόσωπο. Τίποτα. Δε φυσούσε.
Από την άλλη του φαινόταν λογικό να μη φυσάει σε έναν τόπο που δεν ήταν πια δικός του. Στα μάτια των παιδιών τα πράγματα αποκτούν άλλη οντότητα, κοντύτερα στις αισθήσεις της ψυχής απ’ όσο στην ακαμψία της πραγματικότητας. Ο κόσμος του ’40 άλλωστε γεννούσε στα παιδιά απορίες που ίσως και να μην απαντήθηκαν ποτέ. Όμως ο Πέτρος δεν ήταν ένα παιδί σαν τ’ άλλα… ίσως πάλι να μην πρόλαβε να υπάρξει παιδί! Του ήταν αρκετό να παρατηρεί, να κρίνει και –προς μεγάλη ανησυχία της μάνας του- να αποφασίζει.
Κι έτσι στα δεκάξι του, ο Πέτρος αποφάσισε να βρει μια βάρκα και να φύγει μέσα στη νύχτα από εκείνον τον τόπο, τον γεμάτο από Ιταλούς κατακτητές, που φορούσαν καλοραμμένες στολές και καλογυαλισμένες μπότες, που κυκλοφορούσαν στα σοκάκια του νησιού του, που μιλούσαν μια ακατανόητη γλώσσα, και μοίραζαν σοκολάτες και καραμέλες στα μικρά ελληνόπουλα, τα στεγνά από την πείνα που οι ίδιοι τα είχαν υποβάλει.
Πήρε μαζί του ένα κομμάτι ψωμί, λίγο νερό, τη φωτογραφία της μάνας του. Κι έφυγε!
Ευτυχώς που ο Θεός αγαπά τη δίκαιη απόφαση, αλλιώς ο Πέτρος θα είχε τελειώσει με την προσωπική του επανάσταση, πριν ακόμα προλάβει να βγει από εκείνη την κλεμμένη βάρκα. Φαίνεται όμως πως ο Θεός ήταν μαζί του εκείνη την νύχτα που δε φυσούσε… Γι’ αυτό ο Πέτρος έζησε, κι έκανε όλα όσα εμείς οι υπόλοιποι απλώς διαβάζουμε –καμιά φορά σχολιάζουμε κιόλας- ξαπλωμένοι στον καναπέ.
Από εκείνη την νύχτα η ζωή του Πέτρου ανέβηκε τον Γολγοθά της.
Κατετάγη στο ναυτικό, τραυματίστηκε, επέζησε, βούλιαξε, επέπλευσε, λύγισε, φοβήθηκε, αλλά εκεί, στα απόνερα της αντοχής του και στα κύματα του ενθουσιασμού πολέμησε για την πατρίδα, μάτωσε για την πατρίδα, ξαναπολέμησε και ξαναμάτωσε για την πατρίδα, και δεν θα σταματούσε, μέχρι να διώξει τους φασίστες που είχαν στρογγυλοκαθίσει στο νησί του και βομβάρδιζαν τα καταφύγια που φυγάδευαν τη μάνα του και τις αδελφές του.
Βροχή τα παράσημα αλλά δεν ησύχαζε ο Πέτρος με καρφίτσες στο πέτο. Μπήκε στο αντάρτικο, βγήκε στα βουνά, ανατίναζε γιοφύρια και περάσματα, έγινε άσος στις δολιοφθορές, έτρωγε χόρτα και σκότωνε ποντίκια και λαγούς, για να μείνει ζωντανός. Κοιμόταν σε λάσπες και χώματα, δεχόταν το νερό της βροχής, γέμιζε ψίρες που ροκάνιζαν ό,τι είχε απομείνει από το ισχνό του κορμί, βουτούσε το κεφάλι του σε ποτάμια, για να ρίξει τον πυρετό.
Κάπως έτσι, μ’ έναν παράδοξο τρόπο που μόνο οι τρελοί μπορούν να καταλάβουν, ο Πέτρος ήταν επιτέλους ευτυχισμένος -νομίζω πως ήταν ευτυχισμένος κι ο Θεός! Αντάμα στον Πέτρο, αυτός που πάλευε για την Ανθρωπότητα ήταν ο Άνθρωπος!
Με το τέλος του πολέμου συνελήφθη, όπως και πολλοί άλλοι. Κλείστηκε σε όλες τις φυλακές για αντιφρονούντες, λες κι έκανε κρουαζιέρα στα νησιά που ήταν ‘πρόθυμα’ να ‘φιλοξενήσουν’ ανήσυχους ταξιδευτές. Αγαπημένοι προορισμοί Γυάρος και Μακρόνησος.
Χρόνια ‘διακοπές’ ο Πέτρος! Όχι ότι η φιλοξενία ήταν καλή –στο τέλος είχε απομείνει μια σκιά με σαπισμένα πόδια από τη φάλαγγα, μαραμένο στομάχι από την πείνα, μαυρισμένα κρέατα απ’ το ξύλο, κι ένα δέρμα μαύρο αποξηραμένο πετσί. Βρίσκει άπειρους τρόπους ο άνθρωπος, για να γίνει άγριο ζώο, κι ο Πέτρος τους έμαθε όλους.
‘ΥΠΟΓΡΑΨΕ!’: Συχνότατη εντολή, καθημερινή και με το στίγμα του τελεσίγραφου. Όλοι ήξεραν της συνέπειες της άρνησης… Τις υπέμεναν με τη στωικότητα πονεμένου αγγέλου, που δεν μπορεί να πετάξει, να φτερουγίσει στον ουρανό που έχει διαλέξει, να μιλήσει με τα σύννεφα που τον αγκαλιάζουν.
Αυτή ήταν η πίστη του Πέτρου, ζόρικη κι επικίνδυνη, αλλά και ζωοδότρα Παναγιά που τον αντρεύει και τον κρατά ζωντανό.
Εννοείται πως δεν υπέγραψε ποτέ…. Αντ΄ αυτού γυρνούσε στο κελί του, κι έφτιαχνε αριστουργήματα με ό,τι παλιόξυλο έβρισκε. Σκάκια, μπιζουτιέρες, κουτάκια για αποθήκευση… Όλα ήταν κούφια, γιατί στον πάτο τους έκρυβε μηνύματα για τις αδελφές και τη μάνα του ελπίζοντας -κάποτε, κάπως, ίσως, κανείς δεν ξέρει- να τα βρουν.
Η μόνη παρηγοριά και διέξοδος του Πέτρου στη φυλακή ήταν το τσιγάρο. Δύσκολα βρισκόταν εκεί μέσα αλλά, όταν επιτέλους πίκριζε η γλώσσα από την πρώτη ρουφηξιά, γυρνούσε πίσω η ψευδαίσθηση της σωτηρίας, η δίψα της ζωής. Ένα πρωί ένας φύλακας του το τράβηξε απ’ το στόμα, το ‘φτυσε, και το ‘ριξε στο χώμα.
‘Σκύψε και μάζεψέ το’ τον προστάζει.
‘Δε θα σκύψω εγώ!’, απαντά ο Πέτρος, ‘Σκύψε εσύ!’
Δυο τρεις απανωτές στο αποστεωμένο πρόσωπο. ‘Μάζεψέ το, αλήτη!’ επιμένει ο φύλακας.
‘ΌΧΙ!’, έρχεται η απάντηση, ‘πριν λίγο το ΄κοψα!’
Δεν ήταν οι λέξεις του Πέτρου, που δήλωναν το τελεσίδικο, το βλέμμα του ήταν, που δήλωνε την Απόφαση. Έφαγε μια ντουζίνα γροθιές στα μούτρα, άντεξε, απέμεινε εκεί, ματωμένος κι όρθιος, κι έκτοτε δεν ξανακάπνισε ποτέ!
Κάποτε, χρόνια μετά τον πόλεμο με τον ξένο κατακτητή, τέλειωσε κι ο αλληλοσπαραγμός.
Ο Πέτρος παντρεύτηκε με συνοικέσιο, δεν έκανε ποτέ παιδιά, και μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία για ανεπανόρθωτες βλάβες στο στομάχι του και χρόνιες παθήσεις στους πνεύμονες και τα οστά. Παρήλαυνε πάντα στις εθνικές επετείους περήφανος κι ευθυτενής, με τα παράσημά του να λάμπουν στον ήλιο, και με το δύσκολο πια βήμα του μετά από δεκάδες φάλαγγες στα σακατεμένα του πέλματα.
Κατάφερε να δει τη μάνα του ζωντανή και τις μισές από τις αδελφές του πεθαμένες από φυματίωση.
Έπιασε δουλειά σαν μαραγκός και συνέχισε να φτιάχνει μπιζουτιέρες, σκάκια και κουτιά αποθήκευσης. Φορούσε τα παράσημά του και παρήλαυνε περήφανα με τους παλαίμαχους σε κάθε εθνική επέτειο.
Ξανάδε το νησί του και το μικρό λιμανάκι, απ’ όπου έκλεψε εκείνη τη βάρκα, μικρό παιδί ακόμα, στον κυκλώνα ενός καταραμένου κόσμου. Αντίκρισε εμβρόντητος μια τιμητική στήλη στο λιμάνι του νησιού, προς τιμήν των πεσόντων Ιταλών, που πάτησαν με το έτσι θέλω τα περάσματα των προγόνων του. Ορκίστηκε να ρίξει αυτό το μνημείο της ντροπής, να του βάλει φωτιά, μπουρλότο.
Λίγο πριν πεθάνει, το μνημείο τινάχτηκε στον αέρα από μια αυτοσχέδια βόμβα. Το έγραψε η τοπική εφημερίδα, διενεργήθηκε μια μικρή έρευνα, και για δύο βδομάδες έγινε θέμα κουβέντας στα καφενεία. Οι δράστες δε βρέθηκαν ποτέ.
Ο Πέτρος τότε ήταν ενενηνταδύο -ματωμένων- χρόνων.
Photo by Minor White
©T’ ∃⊥ A T∃XT