
Αχιλλέας: Διογέννητε, του Λαέρτη γιε,
πολύτεχνε Οδυσσέα,
τι κάμωμα πιο φοβερό θα σκαρφιστείς ακόμα;…
Πώς κότισες να κατεβείς στον Άδη που φωλιάζουν
κούφιοι νεκροί, φαντάσματα θνητών αποσταμένων;
Οδυσσέας: Ω, πρώτε μες τους Αχαιούς,
γιε του Πηλέα, Αχιλλέα,
τον Τειρεσία ήρθα να βρω, τη γνώμη του ν΄ακούσω,
πώς πίσω στο πετρόσπαστο το Θιάκι θα γυρίσω…..
Μα σαν κι εσέ μακαριστός, ω Αχιλλέα, δε βγήκε
στα περασμένα άλλος κανείς,
μήτε θα βγει κατόπι,
γιατί σα Θεό και ζωντανό οι Αργίτες σε τιμούσαν
και τώρα μέγας και τρανός στους πεθαμένους είσαι.
Για τούτο πως απέθανες, μη θλίβεσαι, Αχιλλέα.
Αχιλλέας: Περίλαμπρε Αχιλλέα, το θάνατο
μη μου ζητάς με λόγια να γλυκάνεις.
Κάλλιο στη γης να βρίσκομουν,
κι ας δούλευα σε ανθρώπου
μικρού, με δίχως βιος πολύ,
παρά στον Άδη να είμαι
και βασιλέας να λέγουμαι
των πεθαμένων όλων…
Ομήρου, Οδύσσεια, Νέκυια, λ΄, στ. 473 – 492
(σε μετάφραση Αρ. Εφταλιώτη)
……….
Τον Χειμώνα τον γνώρισα σε έναν νεκροθάλαμο. Δεν είναι αμήχανη λογοτεχνική μεταφορά, είναι απροσχημάτιστη αλήθεια.
Τον γνώρισα σε έναν νεκροθάλαμο, ένα μεσημέρι Αυγούστου, που έβραζε το μεδούλι σου, κι οι δροσεροί πέτρινοι τοίχοι εξοστράκιζαν τη λαύρα και αντηχούσαν το τραγούδι των θρήνων, όπως θα έκανε κι ένας υπόγειος τάφος… Κι αυτός, είχε εμφανιστεί ξαφνικά από την ανοιχτή πόρτα, είχε προσπεράσει νεκρούς και ζωντανούς κι είχε καθίσει δίπλα μου….
Για κάποια ώρα μετρήσαμε ο ένας τον άλλον, με προκλητική αδιαντροπιά.
Εγώ αέρινη, νεραϊδένια, πεντακάθαρη μέσα στο λευκό μου φόρεμα. Εκείνος βαρύς, άκαμπτος, σκοτεινός, με βλέμμα ιδρωμένο…
Κοίταξε το κόκκινο κραγιόν μου κι έβηξε μια βρώμικη ανάσα.
Κοίταξα ένα αμπέχωνο χωρίς χρώμα, κουκουλωμένο από άπειρα στρώματα λέρας, πάνω από δυο μάλλινα πουλόβερ, πάνω από τον σιχαμένο γιακά ενός πουκαμίσου, πάνω από… κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο…, κι ένα γάντι που ξεχείλιζε από μια τσέπη σαν ακρωτηριασμένο δάχτυλο.
Ανάσανα έναν αηδιασμένο ψίθυρο.
Κοίταξα… κοίταξε… Και μόλις καταλάβαμε κι οι δύο, μίλησε…
«Με λένε Χειμώνα», είπε, «και ξέρω ότι βρωμάω…»
Φωνή ζεστή, σαν το άγγιγμα του καύσωνα, που τον βασάνιζε, απαλή, γαλήνια, με τη βαρειά ηρεμία της αποδοχής, χωρίς βιασύνες, προσμονές και φτιασίδια, χωρίς κοινωνικούς «εμπαιγμούς» και κανόνες…
Λες και πάντα με γνώριζε, λες και πάντα ήξερε τι θα μου πει, όταν με συναντούσε… Μπορεί και να ήξερε… Ίσως κι εγώ να ήξερα…
Ίσως να είχαμε ζήσει ήδη ο ένας με την οσμή του άλλου, πρώτα στα όνειρα, ύστερα στις υπόνοιες, αργότερα στη σκληρή συνειδητοποίηση του ανθρώπινου κύκλου μας… σήμερα, στο τέλος της μοναχικής μας πορεία, που μοιραζόμασταν συνενοχικά…
«Βρωμάω…» συνέχισε «…αλλά δεν μπορώ να ξεφορτωθώ ποτέ το φορτίο των ρούχων μου, ούτε να ζήσω, όπως εσύ… Τα κουβαλάω πάντα μαζί μου, αν θέλω να μείνω ζωντανός ως το επόμενο καλοκαίρι, όπως κουβαλάω και το παρατσούκλι μου, αν θέλω να έχω τουλάχιστον ένα στίγμα, ένα σημάδι, ένα πάτημα της γης δικό μου, ένα φτηνό κληροδότημα από την ύπαρξή μου στον κόσμο που με φιλοξένησε, που με ανέχτηκε… Καταλαβαίνεις;…»
Οι λέξεις του με πέταξαν μοχθηρά στη μέση μιας έκτροπης γέφυρας, λες αποκύημα υπόγειου μύθου, σαν ανυποψίαστο διαβάτη των κόσμων και των αποκόσμων της. Ακροβάτησα στην κόψη των αντίπαλων τριγμών της…
Ένας άστεγος, που κουβαλά στο καυτό καλοκαίρι την εποχή που τον ψευδωνομάτησε, ανταμώνει νεκρούς που απιθώνουν απρόθυμα το φορτίο της ζωής τους σ’ έναν φτηνό νεκροθάλαμο.
Ναι… Καταλάβαινα…
Ανέσυρα λίγη από την ιστορία του αποκρυπτογραφώντας τους λεκέδες των ρούχων του.
Ένα καμμένο μανίκι… Κρύο βράδυ Νοέμβρη, μια αυτοσχέδια φωτιά, απομακρύνει μια καύτρα, ψιλοβρίζει, και τέλος ένα καψαλισμένο ενθύμιο…
Φτηνό κρασί στο χοντρό παντελόνι του… Δεκέμβρης, Χριστούγεννα, στο δρόμο τα λαμπιόνια και τα δώρα των άλλων, αποκοιμιέται με την μπουκάλα στο χέρι, κι η μοναδική του συντροφιά χύνεται και σκορπιέται αλύπητα, χωρίς να προλάβει να τον μεθύσει…
Τον Γενάρη χιονίζει… Κρύος καφές στο γιακά του πουκαμίσου, από το σπρώξιμο ενός ενθουσιασμένου πιτσιρικά… Κι όταν ο Φλεβάρης έρχεται με βροχές, αφήνει λάσπη στο κρεμασμένο γάντι…
Ιδού λοιπόν, ένας τυχαίος χειμώνας του Χειμώνα… φιλμάκι από πλάνα λεκιασμένα, σαν ανεξίτηλους μάρτυρες μιας ζωής αμετακίνητης στο σημείο βρασμού, ακόμα και στην πιο κρύα εποχή… Να πώς η αποκρουστική οσμή ενός ανθρώπου μετουσιώνεται σε οικείες μυρωδιές, μόλις συνδέσεις τα κομμάτια του μικρόκοσμού του…
Τώρα πια μύριζα πάνω του το λασπωμένο χώμα, τη σκόνη του ανέμου, την υγρασία του σύννεφου, την ψυχρή ανάδυση του νωπού δρόμου, τις χουχουλιάρικες απολαύσεις της κουβέρτας στο σκληρό παγκάκι, ακόμα και την μακρινή του ανάμνηση της πορτοκαλένιας αναβράζουσας βιταμίνης για τη γρίπη… Κι έτσι, μπόρεσα να δω το θερμόμετρο με τον υδράργυρο στο μείον, σαν πολύτιμο μπουκαλάκι με το άρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης…
Τελευταία σκέψη… να μη σπάσει!…
Όμως ο Αύγουστος θέριευε πάνω στη γέφυρα, κι έτριζε υπόκωφα τα ξύλα της και τους επίγειους λώρους, κι έλιωνε την παγωμένη σάρκα μου και το κόκκινο κραγιόν στο ωχρό μου πρόσωπο…
Το λευκό μου φόρεμα δεν ανέμισε ούτε καν από την αύρα του θανάτου μου, όση ώρα χρειάστηκε για να φτάσω απέναντι…
Πίσω μου, στην ολοζώντανη δροσιά του νεκροθάλαμου, ο Χειμώνας χαμογελούσε πονηρά…
Photo by Renie Haiduk
©T’ ∃⊥ A T∃XT