
Ναι, λαθεύουν, γιατί δεν ξέρουν. Κι αν ήξεραν… τίποτα. Ούτε καν θα λάθευαν.
Antonio Porchia
Μια φορά κι έναν καιρό η νύχτα ζήτησε λίγη συγκίνηση. Υποσχέθηκε ύπνους γλυκούς, συνειδήσεις ελαφρές κι ολόφρεσκα ξυπνήματα. Ένας ο τυχερός, δεν υπήρχανε λαχνοί για δεύτερους και τρίτους, κι ο χρόνος λίγος, με δευτερόλεπτα στο τώρα μόνο.
Τα ρολόγια σιώπησαν. Οι άνθρωποι ρύθμισαν τα ξυπνητήρια. Ξάπλωσαν. Είδηση δεν πήραν.
Η νύχτα ξεδιπλωνόταν σιγά σιγά και το σκοτάδι γινόταν ενοχή, μία για τον καθένα, πεισματάρα ενοχή, σκοτεινή σαν την πηγή της.
Ο από πάνω σηκώθηκε να πιει νερό, ο από κάτω έβρισε μια βρύση που έσταζε. Οι περισσότεροι ροχαλίζουν στον βαθύ τους ύπνο, τα μωρά αναζητούν το στήθος της μάνας. Συρσίματα του σκοταδιού, απλά και συνηθισμένα -κάνα δυο έκτακτα μόνο, καμιά συγκοπή, κάνα εγκεφαλικό…- κατά τ΄ άλλα όλα τα υπόλοιπα συνηθίζονται, στομαχόπονοι, πονοκέφαλοι, δυσπεψίες, τέτοια βαρετά.
Ένα σκυλί γαυγίζει μανιασμένα στον βραδινό διαβάτη που περπατά έξω από την αυλή του. Εκείνος τρομάζει, του φωνάζει ‘ουστ!’, και καλού κακού επιταχύνει… Το σκυλί νίκησε, ψιθυρίζει το γνωστό λαρυγγικό γρύλισμα ‘γρρρρ….’, υπόκωφα όμως, συγκαταβατικά… Ύστερα ησυχάζει. Ένας εκφοβισμός ήταν όλο κι όλο, δεν είχε πρόθεση να δαγκώσει, στη φύση του απλώς υπάκουσε. Να προστατέψει τους ανθρώπους του ήθελε, και να δηλώσει την επικράτειά του.
Μέσα στο σπίτι κάποιος ανοίγει ένα κουτί υπνωτικά. Καταπίνει ένα κι αλλάζει πλευρό. Κάποιος άλλος ανοίγει για δεύτερη φορά ένα κουτί υπνωτικά και καταπίνει ένα ακόμα. Τα μάτια του παραμένουν ερμητικά ορθάνοιχτα εδώ και ώρες.
Η νύχτα θα ακυρώσει τον διαγωνισμό αν δεν βρει τον εκλεκτό της στα επόμενα δευτερόλεπτα, βαρέθηκε πια την αγγαρεία της ζωής, που τίποτα καινούργιο, τίποτα καρπερό, τίποτα σπάνιο δεν έχει πια να δώσει. Κι αυτή η αέναη θλιβερή επανάληψη στιγμών που κολλάνε σε άλλες τόσες ίδιες κι απαράλλαχτες, σαν συσκευασία των ‘δύο στην τιμή του ενός’ στο σούπερ μάρκετ, την εκνευρίζει, την απογοητεύει και την πονά…
Κι αυτή η φτηνή πρετ α πορτέ επανάληψη… πιο φτηνοί κι απ΄ αυτήν, οι άνθρωποι…
Κι εσύ να φωνάζεις στα κρυφά αποδειλινά και στα φοβισμένα ξημερώματα, έξω απ’ τις κλειστές πόρτες και τις αυλές, πάνω στις πρασιές με τους κοντοκουρεμένους θάμνους, δίπλα στις βουλωμένες υδρορροές και στους κάδους απορριμμάτων, εκεί, ένα βήμα μόνο μακριά από τα όποια όνειρα κι εφιάλτες των ανθρώπων, τον Ρόκυ, τη Ριρίκα, τη Μαυρούλα, τον Μπόμπο.
Νύκτωρ ακόμα…
Τότε που ο ύπνος έρχεται βαρύς, οι ενοχές ελαφραίνουν και τα μυστικά αποκαλύπτονται, μια απλή κραυγή αγωνίας κι ανθρωπιάς κανένας δε θα αντέξει να τη χωρέσει στ’ όνειρό του…
Photo by Gerard Ellis
©T’ ∃⊥ A T∃XT