
Γνωρίζουμε ότι ο Οδυσσέας
αφού περιπλανήθηκε από νησί σε νησί
κατόρθωσε να φτάσει στο δικό του σε ώριμη ηλικία.
Και ότι ξανασυνάντησε την Πηνελόπη,
βάζοντας τέλος στην Ιθάκη σε περιπέτειες και κατορθώματα,
Κύκλωπες, Λαιστρυγόνες
Καλυψώ και Ναυσικά,
χίλιες ιστορίες που στο σπίτι
θα διηγόταν κοντά στη φωτιά,
αποσυρμένος πια ο ήρωας,
ευτυχισμένος πια στο σπιτικό του.
Μέχρι εκεί φτάνει ο μύθος.
Έτσι γεννήθηκε στο μυαλό
ενός γέρου ποιητή τυφλού·
τόσο τυφλού
ώστε να μη δει
ότι η ζωή είναι πεζή
και οι άνθρωποι που ξεκινούν οδύσσειες
στη ζωή
πολύ σπάνια επιστρέφουν,
μένουν στο δρόμο
γαντζωμένοι σε δικαιολογίες και αμφίβολα ναυάγια
σε ακατάλληλες νύμφες,
σε πρόσκαιρες γοργόνες
-ενώ αυτοί που επιστρέφουν, σιωπούν
κρύβουν την περιπέτειά τους σαν έναν έρωτα απαγορευμένο,
χωρίς δυνατή αφήγηση-
Pedro Molina Temboury
Μετάφραση
Στέλλα Π. Βουτσά
Πηγή: Ιστοσελίδα [Η ΡΟΔΙΑΚΗ]
«Νησιά, νησιά» (Islas, Islas), που δημοσιεύτηκε στις εκδόσεις Pre-Textos το 2012
Απ’ όλα τα φορέματα του κόσμου, το πέλαγος να φόραγα κατάσαρκα…
Τι λίγο όμως, τι ανώφελα πρόσκαιρο, πόσο εύκολα ξοδεμένο. Ίσα με μια φωτογραφία του άλμπουμ που ξεχνιέται στο συρτάρι, τόσο όσο μια κουβέντα με φίλους στο καλοκαιρινό μπαλκόνι και τέλος.
Μέχρι να ανακαλύψω πως δεν φορώ εγώ το πέλαγος, εκείνο προλαβαίνει και με ντύνεται, με πετά και με μαζεύει, με ράβει και με ξηλώνει, με μαλώνει και με φιλά, με στριφογυρίζει σε δίνες και ρουφήχτρες χωρίς προειδοποίηση και συμπόνια, και για πάντα το πάντα, κι έλεος ούτε λόγος στα γαλάζια νερά του φόβου και της έξαψης.
Και να οι νύμφες κι οι υποσχέσεις τους, τα τέρατα κι οι απειλές, οι άγνωστοι θεοί κι οι ύπουλοι εφιάλτες, και να η ζωή μ’ όλους τους τρόπους να αφυπνίσει, να ταρακουνήσει, να νανουρίσει, να ανατρέψει, να ξαναγεννήσει ή να θάψει τους αδιάβαστους σε μνήματα Τιτανικά, εκεί που -όχι η αλμύρα- μα η συνήθεια κι ο εφησυχασμός ροκανίζουν το σκαρί.
Το ‘μαθα πια. Ο άνθρωπος που επιμένω να είμαι ή να μην είμαι –με αλμυρό στυφό μελάνι- είναι χαραγμένος στη στόφα μου.
Photo by Ansel Adams
©T’ ∃⊥ A T∃XT