
[……]
Την στιγμή εκείνη, μια γάτα άρχισε να φέρνει βόλτες. Μέσα στο σκοτάδι έλαμπαν τα μάτια της σα δυο σταλαγματιές φλόγα. Όλο γύριζε η γάτα και πηγαινοερχόταν πάνω-κάτω. Κανένας δεν την εμπόδιζε. Μπαινόβγαινε μέσα στους κύκλους. Πήγαινε όπου τραβούσε η όρεξη της. Για μια στιγμή σταματούσε, γλειφόταν και συνέχιζε πάλι τη βόλτα της.
Ένοιωσα μέσα μου μια βαθειά λαχτάρα. ‘Αχ και να μουνα και εγώ μια γάτα!… τι ευτυχισμένα πλάσματα οι γάτες’.
Βλέποντας την αμεριμνησία της γάτας, ζήλεψαν και οι άλλοι και άρχισαν να λένε: ‘Αχ, να ήμασταν γάτες, αχ, να ήμασταν γάτες…’. Λες από πείσμα για μας τριγυρνούσε άσκοπα η γάτα αυτή στην όλο άδεια νύχτα. Ξύπνησα μ αυτήν τη στενοχώρια. Ήμουνα μούσκεμα στον ιδρώτα.
Και αφού διηγήθηκε τ΄ όνειρο της η καλλιτέχνιδα, ρώτησε:
– Και τώρα είναι κανείς ν΄ εξηγήσει το όνειρο μου;
Δεν έδειξε κανένας προθυμία να ερμηνεύσει το όνειρο. Μόνο κάποιος δημοσιογράφος έριξε την πετριά:
– Όταν πάψουν οι άνθρωποι να ενεργούν σαν άνθρωποι, τότε προσέχουν και την ευτυχία μιας γάτας ακόμα.
Και γυρίζοντας στην καλλιτέχνιδα πρόσθεσε:
– Ξέρετε θα δημοσιεύσω τ΄ όνειρο σας…
– Γιατί;
– Ίσως κανένας απ΄ αυτούς που θα διαβάσουν τ΄ όνειρο σας, μπορέσει να διαβεί τον κύκλο που χάραξε γύρω του. Κι αν αυτός ο ‘Ένας’ κάνει την αρχή, θα τον ακολουθήσουν όλοι οι άλλοι….
Πηγή: Ιστοσελίδα [Redflecteur]
Και να, που είναι φορές που νιώθεις πως τίποτα άλλο δεν έχεις να κάνεις παρά να υποκλιθείς σε κάποιο ακάλεστο, απρόσμενο, μοιραίο, παιχνιδιάρικο δευτερόλεπτο που πάγωσε ακάλεστα στο κύλισμα του χρόνου. Τις περισσότερες φορές κάτι τέτοιο είναι γοητευτικό! Κι αφήνεσαι…
Κρύο μεσημέρι κάποιας Δευτέρας του Μάρτη 2020, γυρίζω από τη δουλειά, ψάχνω απεγνωσμένα να παρκάρω, βρίζω, απελπίζομαι, ξαναβρίζω, μα επιτέλους βρίσκω τυχαία την τελευταία κενή θέση του τετραγώνου. Βάζω χειρόφρενο, σβήνω τη μηχανή. Περπατώ γρήγορα, βρέχει κι ομπρέλα πουθενά, είμαι ήδη εξουθενωμένη, βιάζομαι, διψάω, πεινάω…
Τότε όμως το είδα! Ένα ασπρόμαυρο πλασματάκι μια σταλιά, ζωηρό, υγιές, χαρούμενο κι ευτυχισμένο, που γνώριζε τη ζωή, μακριά από τη μητέρα του και τ’ αδέλφια του. Έτρεχε σαν τρελό στον κόσμο που συνάντησε, μύριζε ό,τι έβρισκε μπροστά του, κυλιόταν στο υγρό χώμα, αψηφούσε κάθε κίνδυνο, για να μάθει τον καινούργιο του κόσμο. Ήταν σαν να ένιωθε ευλογημένο από την ίδια του τη μοναξιά κι αποφασισμένο παραμείνει ζωντανό. Το είδα αυτό το πείσμα! Στα υπέροχα μάτια του, φωσφόριζε γενναία το ανοιχτόχρωμο κυπαρισί της πρώιμης Άνοιξης!
Κατάλαβα πως είχε επαναληφθεί για πολλοστή φορά η γνωστή ιστορία… Η μαμά φροντίζει και τρέφει τα μωρά της όσο μπορεί. Κάποια στιγμή βρίσκεται ένα αυτοκίνητο που τρέχει στα στενά, όσο θα έτρεχε στην Εθνική! Δεν κόβει ταχύτητα, δεν φρενάρει, δε δίνει τρία δευτερόλεπτα χρόνου, για να ζήσει ένα αθώο πλάσμα. Δε βαριέσαι… μια γάτα είναι… Και συνεχίζει. Πάλι με ταχύτητα φωτός!
Κάπως έτσι η Μπίλλυ έγινε χρέος μου, ευθύνη μου, προσωπικό στοίχημα με κάποιον Θεό, που τη διάλεξε μόνο για μένα.
Όνομα unisex, μιας και δεν ήξερα ακόμα το φύλο της. Της βρήκα άμεσα μια θεσούλα στον καινούργιο κόσμο της. Ένα στρωματάκι από αφρολέξ κάτω από ένα εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο, νεράκι, φαγάκι… ότι χρειαζόταν, για να παραμείνει ζωντανό το αθώο, μικρούλι μου ορφανό. Έτρεξε να βολευτεί με την βεβαιότητα της συνενοχής, και με την πολυτέλεια της άγνοιας και της αθωότητας, δεν φοβήθηκε ποτέ τα άλλα αδέσποτα, φώναζε, διεκδικούσε, τους έκλεβε μπουκιές, χόρταινε, κι ύστερα κούρνιαζε ευτυχισμένη σε μια γωνιά της πρασιάς και σφύριζε κλέφτικα! Ζωντανή, υγιής, αμετάπειστα χαρούμενη και αθώα, η Μπίλλυ μεγάλωνε, εκπαιδευόταν μάθαινε!
Ήξερε από τότε πως ήταν η εκλεκτή μου! Είχε πάντα τον κρυμμένο άσσο της εύνοιάς μου στο τρυφερό της πατουσάκι, και μια μαύρη καρδιά σαν εκλεπτυσμένη ζωγραφιά στην άκρη της λευκής μύτης της! Ήξερα από τότε πως ήμουν η εκλεκτή της, έτσι σαν κοινή συνενοχή, σαν κοινό μυστικό, σαν υπόσχεση, σαν λαχτάρα, σαν απόφαση δια βίου!
Μέχρι εκείνη την αποφράδα, βαθειά νύχτα…
Τα αδέσποτα μόλις έχουν τελειώσει το δείπνο τους. Είναι χαρούμενα, χαλαρώνουν, ηρεμούν, παίζουν, απλώνονται στην ήσυχη πρασιά που κανένας δεν πλησιάζει. Κάποια ερωτοτροπούν, κάποια κυνηγιούνται χαριτωμένα, κάποια μένουν ξαπλωμένα και ακίνητα απολαμβάνοντας την βαθειά ηρεμία της νύχτας. Η Μπίλλυ έχει ήδη αποχωρήσει για ύπνο, εκεί, στο στρωματάκι της, κι εγώ μένω… Είναι η στιγμή που είμαι ήρεμη, ευχαριστημένη και σίγουρη πως αυτή η Μαρτιάτικη νύχτα, όσο κρύα κι αν είναι, θα τα βρει έτοιμα να την αντέξουν.
Λάθος! Μέγα λάθος! Γιατί θα ‘πρεπε ίσως να σκεφτώ πως οι φιλήσυχοι άνθρωποι κοιμούνται, αλλά η ζοφερές κι ακόρεστες ψυχές έχουν μόνιμη αϋπνία.
Απροσδόκητα κι ακαριαία ένα εξαγριωμένο πίτμπουλ εμφανίζεται από το σκοτάδι της κόλασης, κι ορμά στα ζωάκια σαν λυσσαλέος άνεμος. Το κυνήγι είναι αδυσώπητο! Τα διώκει αλύπητα, τα αναγκάζει να κρυφτούν κάτω από παρκαρισμένα αυτοκίνητα, να σκαρφαλώσουν στις κορυφές των δέντρων, να τρέξουν απεγνωσμένα στους δρόμους, να προσπαθούν να γαντζωθούν ακόμα και στους τοίχους των σπιτιών και τις κολώνες της ΔΕΗ, για να σωθούν… Το σκυλί τρέχει δαιμονισμένα, μανιάζει, γρυλίζει, απειλεί, επιτίθεται…
Οσμίζεται τη Μπίλλυ, -φρέσκο, βλέπεις, λαχταριστό κρέας γάλακτος-, χτυπά με μανία το κεφάλι του στο παλιό αυτοκίνητο, δαγκώνει τον προφυλακτήρα, τρελαίνεται! Είναι αποφασισμένο να σκοτώσει αλλά είναι και η ίδια στιγμή που ακούγεται ένα διαπεραστικό ανθρώπινο σφύριγμα. Και το θηρίο φεύγει. Πειθήνια κι ακαριαία.
Έμαθα πως το άμοιρο σκυλί ήταν έγκλειστο σε μια σκοτεινή αποθήκη μέρα και νύχτα για μήνες ολόκληρους. Έμαθα πως ο ιδιοκτήτης του αποφάσισε να το απομακρύνει από το σπίτι του, γιατί ήταν επιθετικό. Έμαθα πως έψαχνε να βρει έναν τρόπο να ηρεμεί το ζώο του, γιατί φοβόταν ακόμα και για ενδεχόμενη επίθεση στον ίδιο.
Τολμώ πεισματικά να περνώ από τότε ως σήμερα έξω από το μαγαζί του, να σταματώ, να τον κοιτάζω χωρίς να ανοιγοκλείνω τα μάτια, και να του λέω “Ξέρω τι έκανες!” βέβαιη πιά πως η απανθρωπιά είναι συνώνυμο της δειλίας!
Πρέπει να τελειώσω με το γράψιμο… Η Μπίλλυ είναι στο μαλακό κρεβάτι του υπνοδωματίου μου, έτοιμη να κοιμηθεί… πρέπει να πάω να της πω “καληνύχτα”!
Photo by Kasia Dervinska
©T’ ∃⊥ A T∃XT