Οδυσσέα, πλάκα κάνεις…

Πώς αφήσαμε τις ώρες μας και χάθηκαν, πασχίζοντας ανόητα
να εξασφαλίσουμε μια θέση στην αντίληψη των άλλων. Ούτε ένα
δικό μας δευτερόλεπτο, μέσα σε τόσα μεγάλα καλοκαίρια, να δούμε
τον ίσκιο ενός πουλιού πάνω στα στάχυα — μια μικρή τριήρης
σε μια πάγχρυση θάλασσα· — μπορεί μ’ αυτήν ν’ αρμενίζαμε
για έπαθλα σιωπηλά, για κατακτήσεις πιο ένδοξες. Δεν αρμενίσαμε.

(Απόσπασμα από τα Αρχαιόθεμα του Γιάννη Ρίτσου)

…..

Οδυσσέα, πλάκα κάνεις. Δεν έφυγες ποτέ!

Στην Ιθάκη γεννήθηκες, στην Ιθάκη μεγάλωσες, την Ιθάκη ζύγιζες στο μαξιλάρι σου κι αναμασούσες στα όνειρά σου, η Ιθάκη ήταν αυτός ο μαγικός τόπος που σε τύλιξε σαν πλανεύτρα μάγισσα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, έγινες ένα με την Ιθάκη σου, ταυτίστηκες μαζί της, την έκανες σήμα κατατεθέν της γης που θα μπορούσε να ανήκει στον καθένα, και τη στάμπαρες με τη σφραγίδα του αυθεντικού, του γνήσιου και του αδιαμφισβήτητου. Αιώνες μετά οι αναγνώστες σου ανά τον κόσμο διερωτώνται, αν πράγματι τα τέρατα της «Οδύσσειάς» σου δεν ήταν ένα ακόμα αποκύημα γαλαντόμας φαντασίας ή ένα πιασάρικο best seller εποχής, που έσπασε ταμεία!

Να δούμε λίγο; Ο Αγαμέμνονας, απόλυτος και αδιαμφισβήτητος άρχοντας του Μυκηναϊκού κόσμου στέλνει φιρμάνι σε όλους τους. “Θέλω την Τροία. Ελάτε να την πάρουμε”.

Κομματάκι δύσκολο και ριψοκίνδυνο να πει κανείς ‘όχι’. Ακόμα και ο Αχιλλέας άφησε την Φθία και βρέθηκε να πολεμά για τη δόξα κάποιου άλλου. Εσύ δε θα πήγαινες; Και για την ιστορία… τα πλούτη και η δόξα που υποσχέθηκε ο Αγαμέμνων ήταν αμύθητα. Κανείς δεν θα παραχωρούσε με την άρνησή του το μερίδιο των λαφύρων σε άλλους. Ούτε τότε, ούτε σήμερα. Τέλος!

Πολλά βοήθησαν να δομηθεί ο μύθος σου… Πες η πονηριά σου, πες η εξυπνάδα σου, πες το προαιώνιο ελληνικό σου δαιμόνιο, πες η λαγνεία όχι μόνο του πλούτου αλλά και της αθάνατης μνήμης… (κι αυτό το τελευταίο μετρούσε. Πάρα πολύ μετρούσε!..)

Ήσουνα και λίγο του connection, να τα λέμε και όλα! Στην Τειχοσκοπία της Ιλιάδας, ας πούμε η Ελένη από το ψηλότερο σημείο των τειχών της Τροίας παρακολουθεί το δείπνο του Αγαμέμνονα μαζί με όλους τους βασιλείς που τον συνέδραμαν στη μεγαλόπνοη φιλοδοξία του, για την άλωση της Τροίας. Ο Πρίαμος, ο βασιλιάς της Τροίας, τη ρωτά για όλους, ζητά να μάθει λεπτομέρειες. Περίεργος, δίκαιος, αξιοσέβαστος, σοφός, μετρά τους αντιπάλους του. Εκείνη απαντά. Ο Αγαμέμνονας είναι ψηλός κι εντυπωσιακός. Ο Μενέλαος κοντός και γεροδεμένος. Ο Οδυσσέας… βρε, πού είναι ο Οδυσσέας, πού είναι ο Οδυσσέας…

Α! να ‘τος… μακριά από το τραπέζι, πέρα, εκεί, σε κάποια ανοιχτωσιά, έχει ήδη προσεγγίσει κάποιους τυχαίους στρατιώτες και γεμίζει τη φαρέτρα του με πληροφορίες και κουτσομπολιά για όλους και για όλα!… Συζητά, ανταλλάσσει απόψεις, μαθαίνει, προετοιμάζεται. Ούτε τα βέλη, ούτε η ασπίδα, ούτε το δόρυ είναι ικανά να τον οδηγήσουν στη σωτηρία περισσότερο από το μυαλό. Κι όσο η Ελένη μιλά, εκείνος μηχανεύεται.

Είσαι Έλληνας ως σήμερα, Οδυσσέα! Και πάρ’ το είδηση, πως είτε βρίσκεσαι χωμένος στο μύθο σου, είτε περιμένεις το λεωφορείο στην απέναντι στάση, ακόμα υφαίνεις ένα μεγάλο παραμύθι, που απέχει απ’ την πραγματικότητα όσο μια πεταλούδα απ’ τη σκιά της.

Μετά από τόσους Κύκλωπες, Λαιστρυγόνες, Σκύλες και Χάρυβδες, μάγισσες Κίρκες, οργισμένους Αίολους, και πολλά υποσχόμενους Φαίακες, βασίλεια του κάτω κόσμου και σκοτεινό, τελεσίδικο Άδη… έσωσες το όνειρο!

Δε μου φαίνεται περίεργο να νιώθω πως σε συναντώ κάθε μέρα, πότε στη γειτονιά μου, πότε στο δρόμο για τη δουλειά, πότε στην Κυψέλη, στο Παγκράτι, στο Φάληρο, στα Πατήσια, πάντα κάπου μακριά, πάντα κάπου δίπλα μου, πάντα κάπου μέσα μου.

Ακόμα και στον ύπνο μου καμιά φορά σε συναντώ μέσ’ στην ομίχλη του ονείρου… έτσι, για να κρατώ στη μνήμη μου ακόρεστα, περήφανα -κι ίσως και κομματάκι υπεροπτικά- πως χτες, σήμερα, αύριο… «είμαι εγώ το καθετί που μού χει τύχει….»

Photo by Lori Vrba

©T’ ∃⊥  A  T∃XT