
«Έχω πει ότι οι γάτες παίζουν το ρόλο αγαθών δαιμονίων, ψυχικών συντρόφων. «Είναι οπωσδήποτε καλή συντροφιά». Τα αγαθά Δαιμόνια ενός γέρου συγγραφέα είναι οι αναμνήσεις του, σκηνές και μορφές από το παρελθόν του, πραγματικές ή φανταστικές. Ένας ψυχαναλυτής θα έλεγε ότι προβάλλω απλώς αυτές τις φαντασίες στις γάτες μου. Ναι, πολύ απλά και κυριολεκτικά, οι γάτες είναι σαν ευαίσθητες οθόνες για πολύ συγκεκριμένες συμπεριφορές, όταν υποδύονται τους κατάλληλους ρόλους. Οι ρόλοι μπορούν να αλλάξουν, και η ίδια γάτα μπορεί να υποδυθεί διαφορετικούς ρόλους: της μητέρας μου, της γυναίκας μου της Τζόαν, της Τζέιν Μπόουλς, του γιου μου του Μπίλλυ, του πατέρα μου, του Κίκι και των άλλων αμίγκο, του Ντέντον Γουέλτς, που με επηρέασε όσο κανένας άλλος συγγραφέας, αν και δε συναντηθήκαμε ποτέ. Οι γάτες μπορεί να είναι ο τελευταίος μου ζωντανός κρίκος με ένα είδος που τείνει να εκλείψει…»
William S. Burroughs, Η γάτα μέσα μας, εκδ. Απόπειρα/Νουβέλα αυτοβιογραφική
Μετάφραση από την αγγλική (αμερικανική): Αργυρώ Πιπίνη & Νίκη Προδρόμου
.
.
.
.
Κλεοπάτρα, μη μου κάνεις την αθώα. Πρώτον δεν είσαι μόνο μία. Είσαι πολλές.
Αλίμονο αν μια γάτα δεν κουβαλά μέσα της -από τη γέννησή της ακόμα- την μακραίωνη ιστορία της και την προαιώνια καταγωγή της, την έμφυτη πονηριά και την πάντα ενεργή επιφύλαξη, την γοητευτική της έπαρση και την άμετρη φιληδονία.
Γι’ αυτό σου λέω… μη μου παριστάνεις την αθώα.
Τί είπες; Είπες “νιάου”;;; Μη μου λες εμένα “νιάου”!
Σου έχω πει: Σε ξέρω! Σε ήξερα από την πρώτη στιγμή που σε είδα, όταν σ’ εκείνον τον τρελό χορό δευτερολέπτων, η λέξη “αγάπη” κουδούνισε στο κεφάλι μου. Τί στην ευχή, σκέφτηκα, μια γάτα είναι μόνο, οι αγάπες είναι πιο ηχηρές. Πές το καλύτερα “ενθουσιασμό”. Είναι λιγότερο δεσμευτικό.
Μια γάτα είσαι άλλωστε. Ο κόσμος δεν περιμένει και πολλά από μια γάτα, κι οι περισσότεροι φιλόζωοι δεν υποψιάζονται καν τον τρόπο που μια γάτα μπορεί να αλλάξει την οπτική που αντίκρυζες ως τώρα τον εαυτό σου στον πρωινό καθρέφτη. Κι εγώ υπάγομαι τελεσίδικα και πεισματικά στην κατηγορία του “έλα μωρέ, τί θα μου κάνει ένα γατάκι μια σταλιά…”
Μέχρι που άρχισες να βολεύεσαι στο ασφαλές περιβάλλον, να οσμίζεσαι την καλοζωία στον αέρα, να απολαμβάνεις και την έπαρσή μου: “Βασίλισσα θα σ’ έχω!!!”, και στο τέλος… να απολαμβάνεις δικαιωματικά όλα τα κέρδη αυτής της απρόσμενης εισβολής στο χώρο, στα προνόμια, στο νόστιμο φαγητό, στα παιχνίδια, στα χατίρια, στα δωράκια, στις αγκαλιές. Τα κατάφερες! Βρήκες τον στόχο και πέτυχες διάνα μια βολή στην καρδιά. Τη δική μου και τη δική σου…
Έτσι γίνεται… Ένα απλό πάρε-δώσε εξελίσσεται ανάμεσα σ’ εσένα κι σ΄ ένα πλάσμα περήφανο και τολμηρό, βασιλικό κι αξιοσέβαστο, τρυφερό και ακέραιο, τίμιο και ειλικρινές. Σαν να λέμε δηλαδή copyright έγκυρο κι απαραβίαστο. Από μια γάτα δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς, να αμφισβητήσεις, να ανιχνεύσεις… Είσαι ασφαλής!
Μη μου λες εμένα ¨νιάου¨ λοιπόν! Τα ξέρεις όλα αυτά, εσύ μου τα έμαθες.
Και να ΄σαι! Τρώς με βουλιμία. Κοιμάσαι με τα μάτια ανοιχτά, που ανιχνεύουν και μετρούν την επικράτειά σου. Αφουγκράζεσαι ακόμα και την πιο ελαφριά μου ανάσα, τη βγαλμένη από τον πιο βαθύ μου ύπνο, και δε θα μου φαινόταν περίεργο, αν κάποια στιγμή διαπίστωνα πως κλέβεις ακόμα και τα όνειρά μου!
Ό,τι κι αν κάνω το βλέπεις, ό,τι δεν βλέπεις, το ακούς, κι ό,τι δεν ακούς το νιώθεις. Ό,τι τρυπώνει μέσα σου δεν χρειάζεται καμιά από τις γνωστές αισθήσεις σου, για να το επιβεβαιώσει. Απλώς… το ξέρεις.
Έχεις καταλάβει πια πως τα άγρυπνα μάτια σου τα συνήθισα, τα τερτίπια σου τα αποδέχτηκα, τις ιδιοτροπίες σου τις λάτρεψα. Πολύ! Ακόμα και το να ανεβαίνεις στον πάγκο της κουζίνας, να μπλέκεσαι στο καλώδιο της ηλεκτρικής σκούπας, να σπας πού και πού κάνα ποτήρι, ξεχασμένο -φεύ- στο νεροχύτη!
Κι αλίμονο… κάθε βράδυ χάνω κι από ένα εκατοστό απ’ το κρεβάτι μου, καθώς διεκδικείς -μεθοδικά και κατ’ επίφαση ντροπαλά- το κενό της αγκαλιάς μου. Παιχνίδια, ονυχοδρόμια, λιχουδιές… το κενό της αγκαλιάς μου είναι πάντα για σένα ο δίχως κενά κόσμος σου!
Στο πέρασμα του χρόνου αυτή η αγκαλιά, που δεν θα περιμένει κανένα αντάλλαγμα το επόμενο πρωί, θα φέρνει λύτρωση και ανακούφιση, ελευθερία κι ευγνωμοσύνη. Ναι, μ’ αρέσει η ιδέα να ανοίγω τα μάτια μου και ν΄ αντικρύζω πλάι μου ένα πλάσμα που δεν περιμένει καμιά εξαργύρωση συναισθήματος, πριν γραφτεί στα πρακτικά, που έτσι κι αλλιώς κανείς δεν προφταίνει να διαβάσει.
Μ’ αρέσει τόσο, που θέλω να γεράσουμε μαζί, να έχουμε ζήσει με τις ανάσες μας μοιρασμένες, να έχω μάθει από σένα την “μια άλλη ζωή, μια άλλη αντίληψη, μια άλλη διάσταση, μια άλλη ματιά…”.
Κι αν κάποτε με περιμένεις υπομονετικά και άσκοπα πίσω από την πόρτα -σ΄ έναν χρόνο δίχως άλλα δευτερόλεπτα- ξύνοντάς την και περιμένοντας μάταια να την ανοίξει το κλειδί…. να ξέρεις… θα σου έχω αφήσει φαγάκι δίπλα στο ψυγείο και τα καινούργια σου παιχνίδια στο κρεββάτι σου…
Έτσι… σαν ες αεί ζωντανός κρίκος με έναν κόσμο, που κανείς από τους δυό μας, ούτε καν ονειρεύτηκε ποτέ πως υπάρχει!…
©T’ ∃⊥ A T∃XT