
Σαν έφτιαξε ο Θεός τον άνθρωπο τον κράτησε
στα χέρια του κι άρχισε
να δοκιμάζει τα κόκκαλα
τις αρθρώσεις
την ευκαμψία του κορμιού.
Ύστερα τον πέταξε ψηλά
-πολύ ψηλά όμως-
ελπίζοντας να πετάξει.
Αλλά εκείνος δεν πέταξε.
Έπεσε και τσάκισε τον ώμο του,
‘Kάτι που φτιάχνεται…’ είπε ο Δημιουργός,
αυτός με τα ίδια του τα χέρια τον συναρμολόγησε άλλωστε,
με κατοχυρωμένο copyright, εις τους αιώνας των αιώνων (Αμήν) –
Και να ‘σου ξανά ο Άνθρωπος, ευθυτενής κι ακέραιος.
Ως το βράδυ δοκιμαζόταν σαν προϊόν προς μαζική παραγωγή
κι ως την επόμενη αυγή είχε κερδίσει το δικαίωμα στη ζωή,
την αναγνώριση του πόνου και την επίγνωση
του Θανάτου.
‘Θα γίνει σοφός και ταπεινός’ συλλογίστηκε ο Θεός, ‘αν γνωρίζει
τη φθαρτότητα και την αναλωσιμότητά του’. Έτσι σκέφτηκε,
μάλλον επειδή οι Θεοί δε φοβούνται
τη διάψευση.
Κι αγκάλιασε τρυφερά τον Άνθρωπο, τον φίλησε στο μέτωπο,
τον ευλόγησε
στον ατέλειωτο θόλο του ουρανού
μέσα στα σύννεφα των αγγέλων του, ενώ
στα πόδια του κυμάτιζε το γαλανό της θάλασσας
απλόχερα άπλετο
και βαθύ.
Ύστερα
έκανε ο ύψιστος το τελικό crash test
-αυτό της ανθρώπινης συνειδητότητας, που θα ονόμαζε αργότερα Ανθρωπιά.
Τον πέταξε στο πρόθυμο κενό.
Βολίδα ο Άνθρωπος στριφογύριζε, χέρια, πόδια, κεφάλι, σάρκα,
ένα κουβάρι αμοντάριστο
από υλικά που δεν είχαν ακόμα στεγνώσει κι έσκασε με πλατάγισμα στο νερό.
Σιωπή…
Ξανά σιωπή….
Ώσπου σαν πρόωρη γέννα από το πουθενά, ο άνθρωπος ανέβηκε
ξαφνικά κι απότομα στην επιφάνεια, έφτυσε το αλμυρό νερό,
τέντωσε το βλέμμα, κοίταξε γύρω κι άρχισε
να κολυμπά γρήγορα προς την ακτή, έτοιμος να οργώσει την πλάση
που αντίκρυζε.
Μόνο τον Δημιουργό του δεν μπόρεσε να διακρίνει, που παρατηρούσε προβληματισμένος την εξέλιξη…
‘Ανθεκτικός…’ -σκεφτόταν ο Ύψιστος- ‘…μαχητικός, πεισματάρης! Όμως ελαφρύς.
Πολύ ελαφρύς για τα δεδομένα μου’….
Photo by Willi Ruge
©T’ ∃⊥ A T∃XT