
Η κακιά μάγισσα ακούμπησε το σκουπόξυλό της πίσω από τη βαρειά ξύλινη δρύινη πόρτα. Άκουσε τον ήχο που έκανε πάντα, όταν η ράχη του άγγιζε τον τοίχο κι αφουγκράστηκε την ευχαριστημένη του ανάσα μετά από την πτήση του πάνω από τις κορφές των δέντρων ή κάτω από την κοιλιά των σύννεφων ή κέντρο στον πυρήνα του γεμάτου φεγγαριού. Άλλες φορές αλλοτινές, η μάγισσα θα περίμενε με ξέφρενη ανυπομονησία να ξεκινήσει το πραγματικό πανηγύρι κάθε κακιάς παραμυθιού που σέβεται τον εαυτό της. Τον ταραγμένο ύπνο των αθώων!
Απόψε όμως όχι…
Εδώ και χρόνια η μάγισσα καταλαβαίνει πως κάτι έχει αλλάξει. Η εικόνα της δεν τρομάζει πια, όσο άλλοτε. Γέμισε με τόσες αγριότητες ο κόσμος, που η μορφή της μοιάζει παραμυθένια, οικεία, στη χειρότερη περίπτωση γραφική. Κανείς δεν μπορεί να τη δει –ούτε καν με τη φαντασία του- να κάνει πτήσεις στον ουρανό της πόλης. Χάνεται στην αιθαλομίχλη και τη βρώμικη σκόνη κι η μοχθηρή της σκιά δε φτάνει πάνω απ΄ τις πολυκατοικίες και τα πολυώροφα καταστήματα. Ακόμα κι αν έφτανε, έχουν τόση μανία να προλάβουν τον χρόνο οι άνθρωποι, που δεν τους καίγεται καρφί αν δεν προλάβουν να περισώσουν τις παιδικές τους μνήμες.
Σήμερα όμως κάποιος την είδε –είναι σίγουρη, επιτέλους κάποιος την είδε!- σήκωσε ξαφνιασμένος το κεφάλι, κάρφωσε το βλέμμα του στην απρόοπτη πτήση μισοκλείνοντας τα μάτια, κι ύστερα…
Τίποτα άλλο. Μπροστά του σταμάτησε το λεωφορείο, άνοιξε η πόρτα, και ο σύντομος –και μοναδικός- μάρτυρας της ύπαρξής της πήδηξε μέσα. Η αυτόματη πτυσσόμενη πόρτα έκλεισε πίσω απ΄αυτόν και μπροστά στα μούτρα της τελευταίας της ευκαιρίας.
Ήταν η στιγμή που η κακιά μάγισσα κατάλαβε πως δεν υπάρχει πια Σάλεμ!
Δεν υπάρχουν ούτε σκουπόξυλα ούτε μαγεία ούτε καζάνια ούτε κατάρες, ξόρκια και δαιμονισμένα γέλια απ΄το φαφούτικο στόμα της. Δεν υπάρχουν πριγκίπισες να ταλαιπωρεί με πλεκτάνες, δηλητηριασμένα μήλα και φαρμακωμένα αδράχτια, δεν υπάρχουν εφιάλτες στον ύπνο των μικρών παιδιών. Η αποκρουστική εικόνα της περνούσε κρίση και μάλιστα χωρίς την –έστω και δυσβάσταχτη- εναλλακτική μνημονίου. Άλλωστε, εδώ και πολύ καιρό τα πιτσιρίκια φορούν περήφανα τη μαύρη, πολυκαιρισμένη της περιβολή με το μυτερό της μαύρο καπέλο και τρέχουν στους δρόμους της Πλάκας τις Απόκριες. Θα φοβηθούν μια αναχρονιστική καρικατούρα, που επιμένει στην γραφική χολή του γερασμένου της μύθου;
Χλωμό… Δεν υπάρχει πια Σάλεμ!
Μάγισσες όμως εξακολουθούν να υπάρχουν. Μπροστά στη θύελλα των αλλαγών, τα σκοτεινά σπιτάκια του δάσους μεταμορφώνονται σε διαμερίσματα, τα σκουπόξυλα σε αυτοκίνητα, το μυτερό καπέλο σε ντεκαπάζ, τα γαμψά νύχια σε γαλλικό μανικιούρ, ο λασπωμένος πάτος του καζανιού σε λασπολογία, τα ξόρκια σε μηχανορραφίες. Αποφεύγουν να πλασάρουν την παρουσία τους με πτήσεις νυχτερινές στους ανυποψίαστους ουρανούς και προτιμούν την ασφάλεια της «διακριτικής φιγούρας». Έτσι το λένε… Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το plan B του «φοβάμαι να υπάρξω, γιατί κινδυνεύω να αποκαλυφθώ».
Κι όσο πιο ραγδαία προχωρά ο κόσμος, τόσο αυτές εμμένουν στην πεισματική τους ακινησία, με μόνη λύση επιβίωσης την ανασύνταξη των δυνάμεών τους. Γαντζωμένες από τη μακρινή ανάμνηση της παλιάς τους αίγλης, την αγωνία του εκπεσόντα εκλεκτού, την αυτοκαταστροφικότητα του Νάρκισσου και το αναίτιο μένος πασχίζουν απεγνωσμένα να πάρουν πίσω τα χαμένα τους λάφυρα απ΄τους ανθρώπους που δεν τις φοβήθηκαν ποτέ. Τέλος στη μοναχική μάγισσα του παραμυθιού, που ήταν πάντα το αντίπαλον δέος του καλού, που «πρωταγωνιστούσε» έστω και αρνητικά στην πλοκή κι η εξόντωσή της ήταν πάντα επική. Σήμερα οι μάγισσες δρουν ομαδόν, προσχεδιασμένα, χορευτικά, με απόλυτη σύμπνοια, κοινό στόχο και όρκους τύπου omerta. Κι όμως, όσο κι αν όλο αυτό μοιάζει με καλοσκηνοθετημένο χορικό αρχαίας τραγωδίας, υπάρχει πάντα ο φόβος να ξεχάσει –ή και να χάσει- μια ηθοποιός τα λόγια της και ο επιβλητικός χορός να μετατραπεί σε χαρωπό βαριετέ.
Οι πρωταγωνίστριες του θλιβερού θεάτρου, θα ξεκινήσουν ξανά τις πρόβες από αύριο, θα οργανώσουν τη νέα τους παράσταση, θα παραμιλάνε ξόρκια αντί για ατάκες και θα καταπίνουν κατάρες για κάθε άνθρωπο που, ενώ κατάφεραν να τον εξοντώσουν, δεν κατάφεραν να τον νικήσουν.
Περνάνε οι καιροί. Αλλάζει η ανάσα του ανθρώπου.
Κι όσο για το Σάλεμ… Μεσαιωνικό αξιοθέατο για τουρίστες πια, που περπατάνε στα δρομάκια του, χαζεύουν τα άδεια του σπίτια, στέκονται στην πλατεία, που έκαιγαν οι πυρές. Πιθανόν οι πιο υποψιασμένοι απ΄αυτούς να έχουν καταλάβει πως οι μάγισσες του Σάλεμ δεν ήταν αυτές που κάηκαν τελικά…
Photo by Emma Powell
©T’ ∃⊥ A T∃XT